68 αποτελέσματα για «助»

助ける たすける N3

ρήμα

  1. 01 σώζω, διασώζω, γλιτώνω
  2. 02 βοηθώ, συνδράμω
  3. 03 υποστηρίζω οικονομικά, ενισχύω, συνεισφέρω, παρέχω βοήθεια
  4. 04 διευκολύνω, τονώνω, προωθώ, συμβάλλω σε
助かる たすかる N3

ρήμα

  1. 01 σώζομαι, διασώζομαι, επιβιώνω
  2. 02 γλιτώνω από βλάβη, αποφεύγω τη ζημιά
  3. 03 βοηθιέμαι, γλιτώνω κόπο
助け たすけ N1

ουσιαστικό

  1. 01 βοήθεια, υποστήριξη, αρωγή, συνδρομή, ενίσχυση
助言 じょげん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμβουλή, καθοδήγηση, πρόταση, υπόδειξη, υπαινιγμός
助手 じょしゅ N3

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός
  2. 02 βοηθός καθηγητή, ερευνητικός βοηθός
助け出す たすけだす

ρήμα

  1. 01 βοηθώ κάποιον να ξεφύγει από μπελάδες, διασώζω, σώζω
助力 じょりょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βοήθεια, υποστήριξη
助手席 じょしゅせき

ουσιαστικό

  1. 01 θέση συνοδηγού, θέση του βοηθού οδηγού
助けになる たすけになる

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι χρήσιμος, βοηθώ, παρέχω βοήθεια, φαντάζω χρήσιμος
助っ人 すけっと

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός, υποστηρικτής, συμπαραστάτης, υποστηρικτής
  2. 02 ξένος αθλητής (που προσλαμβάνεται για την ενίσχυση μιας ομάδας)
すけ

ουσιαστικό

  1. 01 βοήθεια, συνδρομή, βοηθός
  2. 02 κοπέλα, γκόμενα
助け合う たすけあう

ρήμα

  1. 01 αλληλοβοηθιέμαι, συνεργάζομαι
助け舟 たすけぶね

ουσιαστικό

  1. 01 σωσίβια λέμβος
  2. 02 βοήθεια την κατάλληλη στιγμή, χείρα βοηθείας
助太刀 すけだち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνδρομή (σε συμπλοκή), βοήθεια, ενίσχυση
  2. 02 βοηθός, υποστηρικτής
助け起こす たすけおこす

ρήμα

  1. 01 βοηθώ κάποιον να σηκωθεί στα πόδια του, βοηθώ κάποιον να ανασηκωθεί
助走 じょそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φορά (για άλμα ή κίνηση)
じょ

πρόθημα

  1. 01 βοήθεια, διάσωση, βοηθός
助長 じょちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προαγωγή, ενθάρρυνση, καλλιέργεια, προώθηση
  2. 02 ανεπιθύμητη βοήθεια (συνήθως ακούσια επιβλαβής), περιττή βοήθεια, κακή υπηρεσία
助けを借りる たすけをかりる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ζητώ βοήθεια, καταφεύγω σε βοήθεια
助命 じょめい

ουσιαστικό

  1. 01 χάρη στη ζωή, απονομή χάρης
  2. 02 επαναξέταση της απόλυσης εργαζομένου