11 αποτελέσματα για «勿»
勿論 もちろん
επίρρημα
- 01 φυσικά, βέβαια, εννοείται
勿体ない もったいない
επίθετο
- 01 σπάταλος, σπατάλη
- 02 υπερβολικά καλός, ανώτερος από ό,τι αξίζει σε κάποιον, ανάξιος
- 03 ασέβεια, βέβηλος, ιερόσυλος
勿体 もったい
ουσιαστικό
- 01 υφάκι ανωτερότητας, αλαζονικό ύφος
- 02 υπερβολική έμφαση
勿体ぶる もったいぶる
ρήμα
- 01 παριστάνω τον σπουδαίο, προβάλλω υπεροψία, είμαι επιτηδευμένος, είμαι πομπώδης, επιδεικνύω το κύρος μου
勿 まな
επίρρημα
- 01 μην, απαγορεύεται να
- 02 δεν επιτρέπεται, μπορεί να μην
勿体をつける もったいをつける
άλλο, ρήμα
- 01 υιοθετώ επιτηδευμένο ύφος, προσποιούμαι τη σημαντικότητα
勿れ なかれ
επίθημα
- 01 μην, απαγορεύεται
勿忘草色 わすれなぐさいろ
ουσιαστικό
- 01 γαλάζιο του μυοσωτίδη
勿の論 もちのろん
επίρρημα
- 01 εννοείται, βεβαίως, φυσικά
勿吉 もっきつ
ουσιαστικό
- 01 μοκίτσου (μία από τις τουνγκουζόφωνες φυλές)
勿
- 01 όχι
- 02 δεν πρέπει
- 03 μην, να μην
- 04 να μην είσαι, μη γίνεσαι