89 αποτελέσματα για «即»

即座に そくざに N1

επίρρημα

  1. 01 αμέσως, πάραυτα, επί τόπου
即答 そくとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άμεση απάντηση
そく

επίρρημα, πρόθημα, σύνδεσμος, ουσιαστικό

  1. 01 αμέσως, ευθύς, δίχως καθυστέρηση
  2. 02 ισούται με, σημαίνει, είναι
  3. 03 ενότητα (δύο αντιτιθέμενων πραγμάτων), αχώριστο
即死 そくし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακαριαίος θάνατος
即ち すなわち

σύνδεσμος

  1. 01 δηλαδή, συγκεκριμένα
  2. 02 ακριβώς, εντελώς, τίποτε άλλο παρά, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο
  3. 03 και τότε
即刻 そっこく

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 αμέσως, πάραυτα, στιγμιαία
即席 そくせき

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοσχέδιος, ακαριαίος, πρόχειρος
  2. 02 στιγμιαίος
即位 そくい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενθρόνιση, άνοδος στον θρόνο
即時 そくじ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 άμεσος, στιγμιαίος, σε πραγματικό χρόνο
即興 そっきょう

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοσχεδιασμός
  2. 02 αυτοσχέδιος, πρόχειρος
即決 そっけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άμεση απόφαση, στιγμιαία απόφαση, απόφαση επί τόπου, παρορμητική απόφαση
  2. 02 συνοπτική κρίση, συνοπτική δικαστική απόφαση
即効性 そっこうせい

ουσιαστικό

  1. 01 άμεση αποτελεσματικότητα, άμεση δράση
即する そくする N1

ρήμα

  1. 01 συμμορφώνομαι με, συμφωνώ με, προσαρμόζομαι σε, βασίζομαι σε
即日 そくじつ

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 την ίδια ημέρα, αυθημερόν
即断 そくだん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άμεση απόφαση
  2. 02 γρήγορη κρίση
即応 そくおう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμμόρφωση, εναρμόνιση, προσαρμογή
  2. 02 άμεση ανταπόκριση, ταχεία αντίδραση
即行 そっこう

ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα

  1. 01 άμεση υλοποίηση (σχεδίου)
  2. 02 αμέσως, δίχως καθυστέρηση, άμεσα
即戦力 そくせんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ετοιμοπόλεμη δύναμη, άμεσα αξιοποιήσιμο δυναμικό (σε μια ομάδα ή επιχείρηση), εργαζόμενος που μπορεί να προσφέρει άμεσα αποτελέσματα
即物的 そくぶつてき

επίθετο

  1. 01 πρακτικός, ρεαλιστικός, ωφελιμιστικός, πραγματιστής
即座 そくざ

ουσιαστικό

  1. 01 άμεσος, επί τόπου, αυθόρμητος, στιγμιαίος, ακαριαίος