14 αποτελέσματα για «及»

及ぶ およぶ N1

ρήμα

  1. 01 φτάνω, ανέρχομαι, συμβαίνω, εκτείνομαι, διαρκώ (μέχρι)
  2. 02 ανταποκρίνομαι στην αποστολή, φτάνω (στο επίπεδο)
  3. 03 συγκρίνομαι με, είμαι ισάξιος
  4. 04 καταφεύγω (σε μια πράξη)
  5. 05 χρειάζομαι (να κάνω)
及び および N1

σύνδεσμος

  1. 01 και, καθώς και
及ぼす およぼす N3

ρήμα

  1. 01 ασκώ (επιρροή), προκαλώ (π.χ. ζημιά), επιφέρω (π.χ. οφέλη), εκτείνω, έχω επίπτωση (σε)
及第点 きゅうだいてん

ουσιαστικό

  1. 01 βάση, βαθμός επιτυχίας
及び腰 およびごし

ουσιαστικό

  1. 01 λυγισμένη μέση
  2. 02 αναποφάσιστη στάση, δειλία, έλλειψη θάρρους
及びもつかない およびもつかない

άλλο, επίθετο

  1. 01 πέρα από τις δυνατότητες κάποιου, καθόλου ίσος, δεν συγκρίνεται με
及第 きゅうだい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιτυχία σε εξετάσεις, πιάσιμο του ορίου βαθμολογίας
及ばずながら およばずながら

επίρρημα

  1. 01 παρά την ανεπάρκειά μου, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου
及びもつかぬ およびもつかぬ

άλλο

  1. 01 εντελώς πέρα από τις δυνατότητές μου, δεν μπορώ καθόλου να συγκριθώ, δεν στέκομαι επάξια
及ばない およばない

άλλο

  1. 01 περιττός, άσκοπος
  2. 02 ανέφικτος, ακατόρθωτος
及び難い およびがたい

επίθετο

  1. 01 δύσκολος στο να επιτευχθεί ή να προσεγγιστεί
及落 きゅうらく

ουσιαστικό

  1. 01 επιτυχία ή αποτυχία (σε εξετάσεις)
及第者 きゅうだいしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτυχών σε εξετάσεις
  1. 01 απλώνω
  2. 02 ασκώ
  3. 03 ασκώ
  4. 04 προκαλώ