325 αποτελέσματα για «反»

反応 はんのう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίδραση, ανταπόκριση
  2. 02 φυσική αντίδραση (σε ερέθισμα), παρατηρήσιμη αντίδραση (ενός οργανισμού)
  3. 03 αντίδραση, επίδραση, αλλαγή
反対 はんたい N4

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο

  1. 01 αντίθεση, αντίσταση, ανταγωνισμός, εχθρότητα, αντίρρηση, διαφωνία
  2. 02 αντίθετο, ανάποδο, αντίστροφο
反省 はんせい N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναστοχασμός, επανεξέταση, ενδοσκόπηση, διαλογισμός, περισυλλογή
  2. 02 μετάνοια, τύψεις, λύπη, μεταμέλεια
反論 はんろん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίρρηση, ένσταση, αναίρεση, αντίκρουση, αντεπιχείρημα
反撃 はんげき N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντεπίθεση
反射的 はんしゃてき

επίθετο

  1. 01 αντανακλαστικός
反対側 はんたいがわ

ουσιαστικό

  1. 01 αντίθετη πλευρά, αντίθεση
反射 はんしゃ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντανάκλαση, αντήχηση
  2. 02 αντανακλαστικό
反動 はんどう

ουσιαστικό

  1. 01 αντίδραση, αναπήδηση, οπισθοδρόμηση, κόντρα
反発 はんぱつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίσταση, εναντίωση, εξέγερση, ανταρσία, άρνηση, αρνητική αντίδραση
  2. 02 αναπήδηση, απώθηση
  3. 03 ανάκαμψη (π.χ. στις τιμές των μετοχών)
反する はんする N1

ρήμα

  1. 01 αντίκειμαι, έρχομαι σε αντίθεση, αντιφάσκω, είμαι αντίθετος
  2. 02 παραβιάζω, παραβαίνω
  3. 03 απειθώ (σε εντολή, διδασκαλίες κ.λπ.), αψηφώ, στασιάζω, εξεγείρομαι
反抗 はんこう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίσταση, εναντίωση, απείθεια, ανυπακοή, εχθρότητα, εξέγερση, ανταρσία
反響 はんきょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντήχηση, ηχώ
  2. 02 αντίδραση, ανταπόκριση, επίπτωση, αίσθηση, επιρροή
反映 はんえい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάκλαση (του φωτός)
  2. 02 αντανάκλαση (της κοινωνίας, στάσεων κ.λπ.)
  3. 03 εφαρμογή (ενημέρωσης, αλλαγών κ.λπ.), ενεργοποίηση
反転 はんてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αναστροφή, ανακύλιση
  2. 02 στροφή (προς την άλλη κατεύθυνση), αντιστροφή (πορείας κ.λπ.), αναστροφή, αναδίπλωση
  3. 03 εκτύπωση θετικού από αρνητικό, εκτύπωση αρνητικού από θετικό
  4. 04 κυκλική αναστροφή, επίπεδη αναστροφή
反則 はんそく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φάουλ, παράβαση των κανόνων
  2. 02 παραβίαση (του νόμου, κανονισμών κ.λπ.), παραβίαση, παράβαση, πλημμέλημα
はん

πρόθημα, ουσιαστικό

  1. 01 αντι-
  2. 02 αντίθεση
  3. 03 φαντσιέ, παραδοσιακό κινεζικό σύστημα γραφής στο οποίο χρησιμοποιούνται δύο χαρακτήρες: ο πρώτος για το αρχικό σύμφωνο, ο δεύτερος για την ομοιοκαταληξία και τον τόνο
反乱 はんらん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξέγερση, ανταρσία, επανάσταση, στάση
反芻 はんすう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μηρυκασμός, αναμάσημα
  2. 02 σκέψη, αναστοχασμός, συλλογισμός, μελέτη (ενός θέματος)
反面 はんめん

σύνδεσμος, μόριο, ουσιαστικό

  1. 01 ενώ, αν και, παρ' όλα αυτά, όμως
  2. 02 από την άλλη πλευρά, συγχρόνως, βέβαια, κι όμως
  3. 03 απέναντι πλευρά, άλλη πλευρά, ανάποδη