7 αποτελέσματα για «叶»
叶う かなう N1
ρήμα
- 01 πραγματοποιούμαι (για όνειρο, ευχή κ.λπ.), εκπληρώνομαι, γίνομαι πραγματικότητα, εισακούομαι (για προσευχή), ανταποδίδεται (για αγάπη)
叶える かなえる N1
ρήμα
- 01 εκπληρώνω (επιθυμία, ευχή), πραγματοποιώ (π.χ. ένα όνειρο), ικανοποιώ (αίτημα), εισακούω (προσευχή), υλοποιώ
叶わぬ夢 かなわぬゆめ
άλλο, ουσιαστικό
- 01 ανέφικτο όνειρο
叶うことなら かなうことなら
άλλο
- 01 αν είναι δυνατόν, αν είναι στο χέρι μου, αν ήταν ρεαλιστικό
叶わぬ時の神頼み かなわぬときのかみだのみ
άλλο
- 01 προσευχή στον Θεό μόνο όταν βρίσκεσαι σε ανάγκη
叶わぬ かなわぬ
άλλο
- 01 ακατόρθωτος (όνειρο, ευχή, κ.λπ.), ανεκπλήρωτος, ανεκπλήρωτος (έρωτας), μάταιος
叶
- 01 παραχωρώ, χορηγώ
- 02 απαντώ