77 αποτελέσματα για «吸»

吸う すう N5

ρήμα

  1. 01 αναπνέω, εισπνέω, καπνίζω (τσιγάρο κ.λπ.)
  2. 02 ρουφώ, πίνω γουλιά γουλιά, ρουφώ με θόρυβο
  3. 03 απορροφώ
  4. 04 φιλάω
吸い込む すいこむ

ρήμα

  1. 01 εισπνέω, αναπνέω, ρουφάω, απορροφάω
  2. 02 καταπίνω (μέσα σε πλήθος, σε δίνη, στο σκοτάδι κ.λπ.), παρασύρω, ρουφάω μέσα
吸収 きゅうしゅう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απορρόφηση, αναρρόφηση, έλξη
吸血鬼 きゅうけつき

ουσιαστικό

  1. 01 βρικόλακας, αιμοδιψές ον
吸い取る すいとる

ρήμα

  1. 01 ρουφώ, απορροφώ, απομυζώ (χρήματα)
吸い上げる すいあげる

ρήμα

  1. 01 ρουφώ, αντλώ, αναρροφώ, απορροφώ, εξάγω
  2. 02 υπεξαιρώ (κέρδη κ.λπ.), εκμεταλλεύομαι
  3. 03 συγκεντρώνω απόψεις, ελπίδες κ.λπ. άλλων
吸い寄せる すいよせる

ρήμα

  1. 01 έλκω, προσελκύω
吸い付く すいつく

ρήμα

  1. 01 προσκολλώμαι, κολλάω
吸血 きゅうけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αιμορροφία, απομύζηση αίματος
吸引 きゅういん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απορρόφηση, αναρρόφηση, εισπνοή
  2. 02 έλξη, προσέλκυση
吸い出す すいだす

ρήμα

  1. 01 ρουφώ, αναρροφώ
  2. 02 αρχίζω να ρουφώ
吸盤 きゅうばん

ουσιαστικό

  1. 01 βεντούζα
吸い殻 すいがら

ουσιαστικό

  1. 01 αποτσίγαρο, γόπα, στάχτη τσιγάρου
吸着 きゅうちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσρόφηση
  2. 02 πρόσφυση (με αναρρόφηση), προσκόλληση, επικόλληση
吸って吐く すってはく

άλλο, ρήμα

  1. 01 εισπνέω και εκπνέω
吸い物 すいもの

ουσιαστικό

  1. 01 διαυγής σούπα, με υλικά και γαρνιτούρα που επιπλέουν μέσα και πάνω σε αυτήν
吸入 きゅうにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εισπνοή
吸気 きゅうき

ουσιαστικό

  1. 01 εισπνοή, εισπνεόμενος αέρας
  2. 02 παροχή, εισαγωγή (π.χ. αέρα)
吸収合併 きゅうしゅうがっぺい

ουσιαστικό

  1. 01 συγχώνευση με απορρόφηση, εξαγορά
吸収力 きゅうしゅうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 απορροφητικότητα, ικανότητα απορρόφησης