11 αποτελέσματα για «咳»
咳払い せきばらい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθάρισμα λαιμού, βήχας
咳 せき N3
ουσιαστικό
- 01 βήχας
咳き込む せきこむ
ρήμα
- 01 βήχω έντονα, παθαίνω κρίση βήχα
咳く せく
ρήμα
- 01 βήχω
咳止め せきどめ
ουσιαστικό
- 01 αντιβηχικό, σιρόπι για τον βήχα, καραμέλα για τον βήχα
咳く しわぶく
ρήμα
- 01 βήχω, ξεροβήχω
咳嗽 がいそう
ουσιαστικό
- 01 βήχας
- 02 βήξιμο
咳き上げる せきあげる
ρήμα
- 01 παθαίνω κρίση βήχα, ξεσπώ σε σπασμωδικούς λυγμούς
咳エチケット せきエチケット
ουσιαστικό
- 01 εθιμοτυπία του βήχα
咳が出る せきがでる
άλλο, ρήμα
- 01 βήχω
咳
- 01 βήχω
- 02 καθαρίζω τον λαιμό μου