10 αποτελέσματα για «唱»
唱える となえる N1
ρήμα
- 01 απαγγέλλω, ψάλλω
- 02 φωνάζω, ουρλιάζω
- 03 υποστηρίζω, προβάλλω, κηρύττω, επιμένω
唱和 しょうわ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ρυθμική επευφημία, ταυτόχρονη εκφώνηση
唱歌 しょうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 τραγούδι, ερμηνεία τραγουδιού
- 02 μάθημα μουσικής (στα σχολεία προ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου), τραγούδι για το μάθημα της μουσικής
唱導 しょうどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθοδήγηση (κινήματος, επανάστασης, κ.λπ.), ηγεσία
- 02 διδασκαλία του βουδισμού, προσηλυτισμός (κάποιου) στον βουδισμό
- 03 υποστήριξη, προώθηση
唱道 しょうどう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποστήριξη, συνηγορία
唱法 しょうほう
ουσιαστικό
- 01 τεχνική τραγουδιού, τρόπος ερμηνείας
唱題 しょうだい
ουσιαστικό
- 01 ψαλμωδία του τίτλου ενός σούτρα (ιδίως του Σούτρα του Λωτού)
唱歌集 しょうかしゅう
ουσιαστικό
- 01 συλλογή τραγουδιών, ανθολογία τραγουδιών
唱い方 とないかた
ουσιαστικό
- 01 τρόπος ψαλμωδίας
唱
- 01 ψέλνω
- 02 απαγγέλλω
- 03 επικαλούμαι
- 04 φωνάζω