16 αποτελέσματα για «唾»
唾 つば N1
ουσιαστικό
- 01 σάλιο
唾液 だえき
ουσιαστικό
- 01 σάλιο, πτύελο
唾を吐く つばをはく
άλλο, ρήμα
- 01 φτύνω
唾棄すべき だきすべき
άλλο
- 01 αποτροπιαστικός, απεχθής, κατακριτέος
唾棄 だき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιφρόνηση, απαξίωση, καταφρόνια, αποστροφή
唾をつける つばをつける
άλλο, ρήμα
- 01 καπαρώνω, κατοχυρώνω δικαίωμα, φτύνω (για να εμποδίσω άλλους να το πάρουν)
唾液腺 だえきせん
ουσιαστικό
- 01 σιελογόνος αδένας
唾腺 だせん
ουσιαστικό
- 01 σιελογόνος αδένας
唾く つばく
ρήμα
- 01 φτύνω
唾壺 だこ
ουσιαστικό
- 01 πτυελοδοχείο
唾腺染色体 だせんせんしょくたい
ουσιαστικό
- 01 χρωμόσωμα σιελογόνου αδένα
唾液腺染色体 だえきせんせんしょくたい
ουσιαστικό
- 01 χρωμόσωμα των σιελογόνων αδένων
唾する つばする
ρήμα
- 01 φτύνω
唾液分泌 だえきぶんぴつ
ουσιαστικό
- 01 σιελόρροια, έκκριση σάλιου
唾液アミラーゼ だえきアミラーゼ
ουσιαστικό
- 01 σιελογόνος αμυλάση
唾
- 01 σάλιο
- 02 πτύελο, φλέγμα