23 αποτελέσματα για «喧»

喧嘩 けんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καβγάς, φιλονικία, διαπληκτισμός, συμπλοκή, αψιμαχία, λογομαχία
喧騒 けんそう

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 θορυβώδης αναταραχή, μεγάλος θόρυβος, κρότος, φασαρία και κίνηση
喧嘩を売る けんかをうる

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ καυγά, επιδιώκω καβγά
喧伝 けんでん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδίδω (ειδήσεις κ.ά.), διαλαλώ, γνωστοποιώ ευρέως
喧嘩腰 けんかごし

ουσιαστικό

  1. 01 πολεμοχαρής στάση, ετοιμότητα για καυγά, επιθετικότητα
喧しい やかましい

επίθετο

  1. 01 θορυβώδης, δυνατός, ανήσυχος, οχλαγωγικός
  2. 02 πολυσυζητημένος, αμφιλεγόμενος
  3. 03 αυστηρός, επιβλητικός, σκληρός
  4. 04 σχολαστικός, ιδιότροπος, λεπτολόγος, επικριτικός
喧嘩別れ けんかわかれ

ουσιαστικό

  1. 01 χωρισμός μετά από καυγά
喧嘩っ早い けんかっぱやい

επίθετο

  1. 01 φιλονικος, ευέξαπτος, οξύθυμος
喧々囂々 けんけんごうごう

ουσιαστικό, άλλο, επίρρημα

  1. 01 έντονη αναστάτωση, χαμός, πολυφωνία και οχλοβοή, αναταραχή
  2. 02 θορυβώδης, φασαριόζικος, κραυγαλέος
喧嘩を買う けんかをかう

άλλο, ρήμα

  1. 01 εμπλέκομαι σε καβγά, δέχομαι την πρόκληση, σηκώνω το γάντι
喧嘩両成敗 けんかりょうせいばい

άλλο

  1. 01 σε έναν καυγά, και οι δύο πλευρές φέρουν ευθύνη
喧嘩をふっかける けんかをふっかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 προκαλώ καυγά
喧嘩が強い けんかがつよい

άλλο, επίθετο

  1. 01 ικανός στον καβγά, κερδίζει συνήθως στις συμπλοκές
喧々諤々 けんけんがくがく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 θορυβώδης (καθώς όλοι εκφράζουν τις απόψεις τους ταυτόχρονα), πολυτάραχος
喧嘩沙汰 けんかざた

ουσιαστικό

  1. 01 έναρξη καυγά (εξέλιξη σε συμπλοκή, διαπληκτισμό)
喧嘩早い けんかばやい

επίθετο

  1. 01 φιλονικος, οξύθυμος
喧囂 けんごう

ουσιαστικό, επίθετο, ρήμα

  1. 01 δυνατός θόρυβος, οχλαγωγία, φασαρία, αναστάτωση, θόρυβος
喧然 けんぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 θορυβώδης, οχλαγωγικός, ζωηρός
喧狂 けんきょう

επίθετο

  1. 01 θορυβώδης και τρελός
喧々 けんけん

επίρρημα, άλλο

  1. 01 θορυβωδώς