4 αποτελέσματα για «嚏»

くしゃみ

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο

  1. 01 φταρνίζομαι, φτάρνισμα
  2. 02 επαναλαμβανόμενη λέξη που λέγεται δύο φορές ως αντίδραση στο φτάρνισμα κάποιου άλλου, ως ξόρκι ενάντια στον πρόωρο θάνατο
嚏の木 はなひりのき

ουσιαστικό

  1. 01 χανάχιρι-νο-κί (είδος φυτού της οικογένειας ερεικοειδών)
嚏る ひる

ρήμα

  1. 01 φτερνίζομαι
  1. 01 φτερνίζομαι