62 αποτελέσματα για «団»

だん

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα, σύνολο, σώμα, κόμμα, εταιρεία, θίασος, συμμορία, κύκλωμα
団体 だんたい N3

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα, παρέα, σύνολο
  2. 02 οργάνωση, σύλλογος, ένωση, φορέας, σωματείο
団長 だんちょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός ομάδας
団子 だんご

ουσιαστικό

  1. 01 ντάνγκο, ζυμαρικό (συνήθως γλυκό), μπαλάκι ζύμης
  2. 02 σφαιρικό αντικείμενο, κάτι στρογγυλό
  3. 03 σβώλος, ομάδα, μπουλούκι, κόμπος, συνωστισμένο πλήθος
  4. 04 ντάνγκο, αναποτελεσματική συσσώρευση πετρών
団員 だんいん

ουσιαστικό

  1. 01 μέλος ομάδας
団結 だんけつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενότητα, ένωση, αλληλεγγύη, συσπείρωση, συνεργασία
団地 だんち N2

ουσιαστικό

  1. 01 συγκρότημα εργατικών κατοικιών, πολυκατοικίες
団扇 うちわ N1

ουσιαστικό

  1. 01 ουτσιβά, τύπος παραδοσιακής ιαπωνικής βεντάλιας χειρός
団欒 だんらん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκέντρωση σε κύκλο, ευτυχισμένη συντροφιά, αρμονία
団体戦 だんたいせん

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδικός αγώνας, ομαδικό παιχνίδι
団栗 どんぐり

ουσιαστικό

  1. 01 βελανίδι
団結力 だんけつりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ενότητα, αλληλεγγύη
団体行動 だんたいこうどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ομαδική δράση, συλλογική ενέργεια
団体客 だんたいきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 γκρουπ τουριστών
団子屋 だんごや

ουσιαστικό

  1. 01 κατάστημα ντάνγκο, πωλητής ντάνγκο
団体競技 だんたいきょうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδικό άθλημα
団子状態 だんごじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 συνωστισμός, κατάσταση κατά την οποία άτομα ή πράγματα είναι μαζεμένα μαζί
団体旅行 だんたいりょこう

ουσιαστικό

  1. 01 ομαδικό ταξίδι
団体名 だんたいめい

ουσιαστικό

  1. 01 εταιρική επωνυμία
団地妻 だんちづま

ουσιαστικό

  1. 01 νοικοκυρά σε συγκρότημα εργατικών κατοικιών (συχνά αναφέρεται σε γυναίκα που περνά πολύ χρόνο μόνη της όσο ο σύζυγός της λείπει στη δουλειά)