85 αποτελέσματα για «図»
図書館 としょかん N5
ουσιαστικό
- 01 βιβλιοθήκη
図る はかる N3
ρήμα
- 01 σχεδιάζω, αποπειρώμαι, επινοώ
- 02 συνωμοτώ, μηχανεύομαι, καταστρώνω σχέδιο
- 03 αποσκοπώ, στοχεύω, αγωνίζομαι, επιδιώκω
- 04 εξαπατώ, ξεγελώ, κοροϊδεύω
図 ず N3
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο, εικόνα, διάγραμμα, σχήμα, απεικόνιση, γράφημα, χάρτης
- 02 θέαμα, σκηνή, όψη
図星 ずぼし
ουσιαστικό
- 01 κέντρο στόχου, το σημάδι
図書室 としょしつ
ουσιαστικό
- 01 βιβλιοθήκη (συνήθως σε ένα δωμάτιο), μικρή βιβλιοθήκη
図々しい ずうずうしい N2
επίθετο
- 01 αναίσχυντος, ξεδιάντροπος, θρασύς, αυθάδης, θρασύτατος, αναιδής
図書 としょ N3
ουσιαστικό
- 01 βιβλία
図太い ずぶとい
επίθετο
- 01 θρασύς, ξεδιάντροπος, αναίσχυντος, αυθάδης
図鑑 ずかん N2
ουσιαστικό
- 01 εικονογραφημένο βιβλίο, βιβλίο με εικόνες, εικονογραφημένο βιβλίο αναφοράς, εγχειρίδιο αναγνώρισης, οδηγός πεδίου
図面 ずめん
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο, διάγραμμα, σχεδιαγράμματα, αρχιτεκτονικό σχέδιο
図体 ずうたい
ουσιαστικό
- 01 σωματότυπος, σωματική διάπλαση, ογκώδης φιγούρα
図形 ずけい N2
ουσιαστικό
- 01 σχήμα, μορφή, γραφικό
図式 ずしき
ουσιαστικό
- 01 διάγραμμα, γράφημα, σχήμα
図に乗る ずにのる
άλλο, ρήμα
- 01 παίρνω αέρα, καβαλάω το καλάμι, το παρακάνω, ξεπερνάω τα όρια
図案 ずあん
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο, προσχέδιο
図柄 ずがら
ουσιαστικό
- 01 σχέδιο, μοτίβο
図星を指す ずぼしをさす
άλλο, ρήμα
- 01 χτυπώ διάνα, πέφτω ακριβώς μέσα
図解 ずかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επεξηγηματικό διάγραμμα, εικονογράφηση
図を描く ずをかく
άλλο, ρήμα
- 01 σχεδιάζω ένα διάγραμμα
図抜ける ずぬける
ρήμα
- 01 υπερέχω, ξεχωρίζω