134 αποτελέσματα για «固»
固まる かたまる N2
ρήμα
- 01 σκληραίνω, στερεοποιούμαι, πήζω
- 02 σταθεροποιούμαι, παγιώνομαι, βεβαιώνομαι
- 03 μαζεύομαι, συγκεντρώνομαι, συναθροίζομαι, συσπειρώνομαι
- 04 κολλάω, παγώνω, σταματάω να ανταποκρίνομαι (για σύστημα, υπολογιστή)
固める かためる N1
ρήμα
- 01 σκληραίνω, παγώνω, δυναμώνω, στερεοποιώ, σφίγγω (τη γροθιά), συμπιέζω (χιόνι, χώμα)
- 02 συγκεντρώνω, συλλέγω, μαζεύω, ενοποιώ
- 03 ασφαλίζω, σταθεροποιώ, εγκαθίσταμαι, ενισχύω (πίστη, απόφαση κ.λπ.), θεμελιώνω (αποδείξεις)
- 04 οχυρώνω, ενισχύω, υποστηρίζω
- 05 φοράω (π.χ. πανοπλία, παλτό)
- 06 ορκίζομαι, υπόσχομαι
- 07 δένω σφιχτά, στερεώνω
- 08 κρατώ ένα τόξο τεντωμένο
固定 こてい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στερέωση, καθήλωση, αγκύρωση, ασφάλιση
- 02 καθορισμός (π.χ. μισθού, κεφαλαίου), σταθεροποίηση, διατήρηση σταθερού
- 03 μονιμοποίηση (ιστολογίας)
- 04 σταθερός χρήστης, χρήστης με όνομα (σε διαδικτυακό φόρουμ με ανώνυμους χρήστες)
- 05 χρήστης με ψευδώνυμο, χρήστης με αναγνωρίσιμο όνομα (αντί για ανώνυμη ανάρτηση)
固有 こゆう N1
ουσιαστικό, επίθετο
- 01 χαρακτηριστικός, ιδιόμορφος, έμφυτος, ενδημικός, μοναδικός, ιθαγενής, εγγενής
- 02 ιδιο-
固執 こしつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εμμονή σε μία άποψη, θεωρία ή πεποίθηση, προσκόλληση, επιμονή, προσήλωση
固唾を呑む かたずをのむ
άλλο, ρήμα
- 01 κρατώ την ανάσα μου (από φόβο, αγωνία κ.λπ.)
固め かため
ουσιαστικό
- 01 σκλήρυνση, οχύρωση
- 02 υπόσχεση, όρκος
- 03 άμυνα, φύλαξη
固辞 こじ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κατηγορηματική άρνηση
固唾 かたず
ουσιαστικό
- 01 το σάλιο που συγκρατεί κάποιος στο στόμα του σε στιγμές έντασης
固体 こたい
ουσιαστικό
- 01 στερεό σώμα, στερεή ύλη, στερεά κατάσταση
固有名詞 こゆうめいし
ουσιαστικό
- 01 κύριο όνομα
固定観念 こていかんねん
ουσιαστικό
- 01 παγιωμένη ιδέα, σταθερή αντίληψη, στερεότυπο, προκατάληψη
固形 こけい
ουσιαστικό
- 01 στερεός
固形物 こけいぶつ
ουσιαστικό
- 01 στερεό σώμα, στερεή ύλη, στερεή τροφή
固着 こちゃく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόσφυση, κόλλημα, καθήλωση
固定電話 こていでんわ
ουσιαστικό
- 01 σταθερό τηλέφωνο
固有種 こゆうしゅ
ουσιαστικό
- 01 ενδημικό είδος
固持 こじ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσκόλληση (σε πεποιθήσεις), επιμονή, εμμονή στις απόψεις μου, υπεράσπιση της θέσης μου
固守 こしゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσκόλληση
固定資産税 こていしさんぜい
ουσιαστικό
- 01 φόρος ακίνητης περιουσίας, φόρος παγίων στοιχείων