27 αποτελέσματα για «均»

均衡 きんこう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ισορροπία
均等 きんとう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ίσος (για διανομή, μεταχείριση, επίπεδο κ.λπ.), ομοιόμορφος, ομαλός
均整 きんせい

ουσιαστικό

  1. 01 συμμετρία, ισορροπία, αναλογία, ομοιομορφία
均一 きんいつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ομοιομορφία
  2. 02 ισότητα
均す ならす

ρήμα

  1. 01 ισιώνω, λειαίνω, εξομαλύνω, επιπεδώνω
  2. 02 βγάζω τον μέσο όρο
均一化 きんいつか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ομογενοποίηση
均質 きんしつ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ομοιογενής, ομοιογένεια
均質化 きんしつか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ομογενοποίηση
均等割り きんとうわり

ουσιαστικό

  1. 01 κατά κεφαλήν βάση, κατά κεφαλήν ρυθμός, ισόποση κατανομή
均等化 きんとうか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξισορρόπηση, εξομάλυνση
均勢 きんせい

ουσιαστικό

  1. 01 ομοιομορφία
  2. 02 ισορροπία δυνάμεων
均分 きんぶん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ίση κατανομή
均し ならし

ουσιαστικό

  1. 01 μέσος όρος
  2. 02 εξομάλυνση, ισοπέδωση
均衡価格 きんこうかかく

ουσιαστικό

  1. 01 τιμή ισορροπίας
均田制 きんでんせい

ουσιαστικό

  1. 01 σύστημα ίσης κατανομής γης (της αρχαίας Κίνας), κιντενσέι
均質性 きんしつせい

ουσιαστικό

  1. 01 ομοιογένεια
均一料金 きんいつりょうきん

ουσιαστικό

  1. 01 ενιαία τιμή, πάγιο αντίτιμο
均一価格 きんいつかかく

ουσιαστικό

  1. 01 ενιαία τιμή
均衡予算 きんこうよさん

ουσιαστικό

  1. 01 ισοσκελισμένος προϋπολογισμός
均てん きんてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ίση διανομή (κερδών κ.λπ.), ίσο όφελος