20 αποτελέσματα για «堪»

堪える こらえる N2

ρήμα

  1. 01 αντέχω, υπομένω, ανέχομαι
  2. 02 συγκρατώ, ελέγχω
  3. 03 συγχωρώ, ανέχομαι
堪能 たんのう

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ικανός, επιδέξιος, καλός, άριστος
  2. 02 απολαμβάνω πλήρως, πλήρης ικανοποίηση, χορταίνω
堪る たまる

ρήμα

  1. 01 αντέχω, υπομένω
堪忍 かんにん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπομονή, ανοχή, καρτερία
  2. 02 συγχώρεση, χάρη
堪忍袋の緒が切れる かんにんぶくろのおがきれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξαντλώ την υπομονή μου, δεν μπορώ να ανεχτώ άλλο κάτι
堪忍袋 かんにんぶくろ

ουσιαστικό

  1. 01 το απόθεμα υπομονής κάποιου
堪能 かんのう

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 επιδέξιος, ικανός, καταρτισμένος, έμπειρος
  2. 02 υπομονή, επιμονή, ψυχικό σθένος
堪ったものではない たまったものではない

άλλο

  1. 01 ανυπόφορος, αβάσταχτος, μη ανεκτός
  2. 02 τεράστιος, ασύλληπτος, ακαταμάχητος
  3. 03 δεν μπορώ παρά να κάνω κάτι, δεν μπορώ να αποφύγω, ανυπομονώ να κάνω
堪ったもんじゃない たまったもんじゃない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αφόρητος, ανυπόφορος, δυσβάσταχτος
  2. 02 τρομερός, εξωπραγματικός, ακαταμάχητος
  3. 03 δεν μπορώ παρά να, δεν αντέχω να μην, ανυπομονώ να
堪ったものじゃない たまったものじゃない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανυπόφορος, αβάσταχτος, μη ανεκτός
  2. 02 τρομερός, ασύλληπτος, ακαταμάχητος
  3. 03 δεν μπορώ να αποφύγω (κάτι), αναγκάζομαι να κάνω, ανυπομονώ να κάνω
堪え兼ねる たえかねる

ρήμα

  1. 01 δεν αντέχω, δεν μπορώ να ανεχτώ κάτι, χάνω την υπομονή μου
堪り兼ねる たまりかねる

ρήμα

  1. 01 δεν αντέχω άλλο, δεν υποφέρω άλλο
堪らない たまらない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανυπόφορος, αφόρητος, αβάσταχτος
  2. 02 ακαταμάχητος, φοβερός, εξωπραγματικός
  3. 03 δεν μπορώ να αποφύγω (κάτι), δεν μπορώ παρά να κάνω, ανυπομονώ να κάνω, δεν χορταίνω
堪ったもんではない たまったもんではない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ανυπόφορος, αβάσταχτος, ακατάσχετος
  2. 02 τρομερός, ασύλληπτος, ακαταμάχητος
  3. 03 δεν μπορώ να αποφύγω, δεν μπορώ παρά να κάνω, ανυπομονώ να κάνω
堪えられない こたえられない

άλλο

  1. 01 εξαιρετικός, ακαταμάχητος
堪らん たまらん

άλλο

  1. 01 ανυπόφορος, αβάσταχτος, μη ανεκτός
  2. 02 ακαταμάχητος, τρομερός, εξωπραγματικός
  3. 03 δεν μπορώ να αποφύγω, δεν μπορώ παρά να, ανυπομονώ να
堪えない たえない

άλλο

  1. 01 δεν μπορώ να συγκρατήσω τα συναισθήματά μου
  2. 02 δεν μπορώ να αντεπεξέλθω στις ευθύνες μου
堪航能力 たんこうのうりょく

ουσιαστικό

  1. 01 αξιοπλοΐα
堪まるか たまるか

άλλο

  1. 01 ούτε κατά διάνοια να το κάνω, δεν πρόκειται με τίποτα να συμβεί αυτό
  1. 01 αντέχω, υπομένω
  2. 02 υπομένω, ανέχομαι
  3. 03 υποστηρίζω, στηρίζω
  4. 04 αντιστέκομαι