108 αποτελέσματα για «寄»

寄る よる N4

ρήμα

  1. 01 πλησιάζω, έρχομαι κοντά, βρίσκομαι κοντά
  2. 02 μαζεύομαι (σε ένα μέρος), συγκεντρώνομαι, συναντιέμαι
  3. 03 περνάω από κάπου (ενώ πηγαίνω αλλού), κάνω μια σύντομη επίσκεψη, πετάγομαι
  4. 04 γερνάω, αυξάνομαι (για αριθμό κ.λπ.)
  5. 05 ζαρώνω (αποκτώ ρυτίδες)
  6. 06 ακουμπάω, στηρίζομαι σε
  7. 07 σπρώχνω τον αντίπαλο κρατώντας τη ζώνη του (στο σούμο)
  8. 08 συμφωνώ σε τιμή, καταλήγω σε συμφωνία
  9. 09 παρασύρομαι από (ένα άτομο), ενδίδω σε, υποχωρώ σε
寄せる よせる N3

ρήμα

  1. 01 έρχομαι κοντά, αφήνω να πλησιάσει κάποιος
  2. 02 φέρνω κοντά, φέρνω μαζί, συλλέγω, συγκεντρώνω
  3. 03 διαβιβάζω (π.χ. γνώμη, νέα), στέλνω (π.χ. ένα γράμμα), συνεισφέρω, δωρίζω
  4. 04 αφήνω κάποιον να περάσει
  5. 05 προσθέτω (αριθμούς)
  6. 06 τρέφω συναισθήματα για (αγάπη, καλή θέληση, εμπιστοσύνη κ.λπ.)
  7. 07 βασίζομαι προσωρινά, εξαρτώμαι από
  8. 08 χρησιμοποιώ ως πρόφαση
  9. 09 βάζω στην άκρη
  10. 10 πιέζω, σπρώχνω, αναγκάζω
  11. 11 περιλαμβάνω, καλωσορίζω (σε μια ομάδα), αφήνω να μπει
寄り添う よりそう

ρήμα

  1. 01 πλησιάζω, αγκαλιάζω σφιχτά, ακουμπώ κοντά, κουρνιάζω
寄越す よこす

ρήμα

  1. 01 στέλνω, αποστέλλω
  2. 02 παραδίδω, δίνω (π.χ. χρήματα)
寄りかかる よりかかる

ρήμα

  1. 01 στηρίζομαι σε, ακουμπώ σε
  2. 02 βασίζομαι σε, εξαρτώμαι από
寄り道 よりみち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρεκκλίνω από την πορεία μου, σταματώ κάπου καθ' οδόν
  2. 02 κάνω παράκαμψη, παίρνω τον μακρύτερο δρόμο
寄り より

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 η πίεση του αντιπάλου προς τα πίσω κατά τη διάρκεια συμπλοκής σε κοντινή απόσταση
  2. 02 η ύπαρξη τάσης προς κάτι, η εγγύτητα
寄付 きふ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεισφορά, δωρεά
寄生 きせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρασιτισμός
寄せ合う よせあう

ρήμα

  1. 01 πιέζω το ένα πάνω στο άλλο, στριμώχνομαι
寄せ付ける よせつける

ρήμα

  1. 01 επιτρέπω σε κάποιον ή κάτι να πλησιάσει
寄生虫 きせいちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 παράσιτο
寄せ集め よせあつめ

ουσιαστικό

  1. 01 ανακάτεμα, συρραφή, συλλογή, χάος, μείγμα, διάφορα αντικείμενα
寄り集まる よりあつまる

ρήμα

  1. 01 συναθροίζομαι, συγκεντρώνομαι
寄ってたかって よってたかって

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ομαδικά, από κοινού, συνδυάζοντας δυνάμεις
寄与 きよ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεισφορά, συμβολή
寄付金 きふきん

ουσιαστικό

  1. 01 δωρεά, συνεισφορά, κληροδότημα
寄宿舎 きしゅくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 οικοτροφείο, εστία, κοιτώνας
寄り付く よりつく

ρήμα

  1. 01 πλησιάζω, προσεγγίζω
寄せ集める よせあつめる

ρήμα

  1. 01 συγκεντρώνω, μαζεύω, συγκεντρώνω όλα μαζί, περισυλλέγω