9 αποτελέσματα για «察»
察する さっする N1
ρήμα
- 01 μαντεύω, αντιλαμβάνομαι, υποθέτω, κρίνω
- 02 συμπάσχω, συμπονώ
察知 さっち
ρήμα, ουσιαστικό
- 01 αντιλαμβάνομαι, αισθάνομαι, συμπεραίνω, καταλαβαίνω, παίρνω χαμπάρι
察し さっし
ουσιαστικό
- 01 περίσκεψη, εικασία, υπόθεση, κρίση
察するに さっするに
άλλο, επίρρημα
- 01 υποθέτω πως, φαίνεται ότι, υποψιάζομαι ότι, συμπεραίνω ότι
察す さっす
ρήμα
- 01 μαντεύω, αισθάνομαι, υποθέτω, κρίνω
- 02 συμπάσχω, νιώθω συμπόνια
察 さつ
ουσιαστικό
- 01 αστυνομία, όργανα της τάξης
察するに余りある さっするにあまりある
άλλο, ρήμα
- 01 είναι πέρα από κάθε φαντασία (ιδιαίτερα για λύπη, αγωνία κ.λπ.), είναι αδύνατο να συλληφθεί με τον νου
察しがつく さっしがつく
άλλο, ρήμα
- 01 μπορώ να υποθέσω, μπορώ να εικάσω, μπορώ να καταλάβω
察
- 01 μαντεύω, υποθέτω
- 02 υποθέτω, εικάζω, θεωρώ
- 03 εικάζω, υποθέτω
- 04 κρίνω, αξιολογώ
- 05 καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι