117 αποτελέσματα για «専»
専門 せんもん N4
ουσιαστικό
- 01 ειδικότητα, ειδικό αντικείμενο σπουδών, τομέας εξειδίκευσης, πεδίο, κατεύθυνση
- 02 αποκλειστικό ενδιαφέρον, μοναδική εστίαση, αποκλειστική ενασχόληση, προσήλωση σε ένα αντικείμενο
専用 せんよう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκλειστική χρήση, ιδιωτική χρήση, προσωπική χρήση
- 02 ειδική χρήση, χρήση για συγκεκριμένο σκοπό
- 03 αποκλειστική χρήση, χρησιμοποίηση μόνο (π.χ. συγκεκριμένης μάρκας)
専門家 せんもんか
ουσιαστικό
- 01 ειδικός, εμπειρογνώμονας, επαγγελματίας, αυθεντία, σχολιαστής
専念 せんねん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αφοσίωση, συγκέντρωση όλης της προσοχής, πλήρης αφοσίωση σε κάτι
専属 せんぞく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκλειστικός, ενταγμένος σε, εξειδικευμένος
専門的 せんもんてき
επίθετο
- 01 τεχνικός, ειδικός, επαγγελματικός, αποκλειστικός
専門店 せんもんてん
ουσιαστικό
- 01 εξειδικευμένο κατάστημα, κατάστημα που επικεντρώνεται σε έναν συγκεκριμένο τύπο προϊόντος
専務 せんむ
ουσιαστικό
- 01 ειδικό καθήκον, αποκλειστική υπευθυνότητα για ένα καθήκον
- 02 γενικός διευθυντής, εκτελεστικός διευθυντής
専攻 せんこう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ειδικότητα, κύριο αντικείμενο σπουδών
専門外 せんもんがい
ουσιαστικό
- 01 εκτός του τομέα εξειδίκευσης κάποιου, εκτός του πεδίου γνώσης κάποιου
専門学校 せんもんがっこう
ουσιαστικό
- 01 επαγγελματική σχολή, τεχνική σχολή
専ら もっぱら N1
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 αποκλειστικά, εντελώς, μοναδικά, αφοσιωμένα, σταθερά
- 02 κατά κύριο λόγο, κυρίως, κυριότερα
専門用語 せんもんようご
ουσιαστικό
- 01 τεχνικός όρος, ορολογία, αργκό
専業主婦 せんぎょうしゅふ
ουσιαστικό
- 01 νοικοκυρά πλήρους απασχόλησης
専 せん
ουσιαστικό
- 01 ασχολούμαι αποκλειστικά με, άτομο που ασχολείται αποκλειστικά με, φετίχ για, κάποιος που έχει φετίχ για
- 02 πρώτος, το πιο σημαντικό πράγμα, πρώτη προτεραιότητα
専売特許 せんばいとっきょ
ουσιαστικό
- 01 δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
- 02 ειδικότητα (κάτι στο οποίο διαπρέπει κανείς, επίδειξη ικανότητας)
専任 せんにん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πλήρης απασχόληση
専門分野 せんもんぶんや
ουσιαστικό
- 01 τομέας εξειδίκευσης, πεδίο (κάποιου), κλάδος (κάποιου)
専門書 せんもんしょ
ουσιαστικό
- 01 τεχνικό βιβλίο, εξειδικευμένο βιβλίο, πραγματεία
専門知識 せんもんちしき
ουσιαστικό
- 01 τεχνογνωσία, εξειδικευμένη γνώση, τεχνική γνώση, γνώση ειδικού