826 αποτελέσματα για «小»

小さい ちいさい N5

επίθετο

  1. 01 μικρός, λιλιπούτειος
  2. 02 ελάχιστος, κάτω του μέσου όρου (σε βαθμό, ποσότητα κ.λπ.), ήσσων, μικρός
  3. 03 χαμηλός (π.χ. ήχος), σιγανός (π.χ. φωνή)
  4. 04 ασήμαντος, μικροπρεπής, χωρίς σημασία, ευτελής, τετριμμένος
  5. 05 νεαρός, ανήλικος
小さな ちいさな N5

άλλο

  1. 01 μικρός, μικροσκοπικός, ελάχιστος
しょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 μικρότητα, μικροαντικείμενο
  2. 02 μικρός μήνας (δηλ. που έχει λιγότερες από 31 μέρες)
  3. 03 ούρα, ούρηση
  4. 04 δημοτικό σχολείο
  5. 05 μικρότερος (από δύο πράγματα, μέρη κ.λπ. με το ίδιο όνομα), κατώτερος
  6. 06 νεότερος (από δύο άτομα με το ίδιο όνομα), μικρότερος
  7. 07 μονάδα επιφάνειας χωραφιού (περίπου 400 τ.μ.)
小学校 しょうがっこう N4

ουσιαστικό

  1. 01 δημοτικό σχολείο
小説 しょうせつ N4

ουσιαστικό

  1. 01 μυθιστόρημα, ιστορία, διήγημα, έργο μυθοπλασίας
小声 こごえ

ουσιαστικό

  1. 01 χαμηλή φωνή, ψίθυρος
小学生 しょうがくせい N2

ουσιαστικό

  1. 01 μαθητής δημοτικού
小柄 こがら N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μικρόσωμος, μικροκαμωμένος
  2. 02 μικρό σχέδιο
小屋 こや N3

ουσιαστικό

  1. 01 καλύβα, παράπηγμα, υπόστεγο, μαντρί
  2. 02 μικρό θέατρο, προσωρινό θέατρο, σκηνή τσίρκου, περίπτερο
  3. 03 ιδιωτική κατοικία
小娘 こむすめ

ουσιαστικό

  1. 01 νεαρό κορίτσι, κοπέλα, έφηβη
小僧 こぞう

ουσιαστικό

  1. 01 πιτσιρικάς, αγόρι, παιδί, σκανδαλιάρης, παλικαράκι
  2. 02 νεαρός βουδιστής μοναχός, νεαρός βουδιστής ιερέας
  3. 03 παιδί για θελήματα, βοηθός (σε κατάστημα), μαθητευόμενος, τσιράκι
小型 こがた

ουσιαστικό

  1. 01 μικρού μεγέθους, μικρής κλίμακας, μικροσκοπικός
  2. 02 μικρός, λιλιπούτειος, μικροσκοπικός
小さい頃 ちいさいころ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 ως παιδί, όταν ήμουν παιδί, στην παιδική μου ηλικία
小刻み こきざみ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ψιλοκόβω
  2. 02 σύντομος και επαναλαμβανόμενος (για κινήσεις, π.χ. τρέμουλο, γρήγορα βήματα)
  3. 03 σταδιακός, σιγά σιγά, λίγο λίγο

πρόθημα

  1. 01 μικρός, λίγος, ασήμαντος
  2. 02 ελάχιστα λιγότερο από, σχεδόν
  3. 03 κάπως, κατά κάποιον τρόπο
  4. 04 δευτερεύων, ασήμαντος
小鳥 ことり N4

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό πουλί, πουλάκι
小走り こばしり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ελαφρύ τρέξιμο, μικροδιασκελισμός
  2. 02 υπηρέτρια που αναλαμβάνει χειρωνακτικές εργασίες σε οικογένεια σαμουράι
小石 こいし

ουσιαστικό

  1. 01 βοτσαλάκι, μικρή πέτρα
小首を傾げる こくびをかしげる

άλλο, ρήμα

  1. 01 φαίνομαι ελαφρώς διστακτικός, δείχνω μπερδεμένος, γέρνω το κεφάλι ελαφρώς στο πλάι
小指 こゆび N2

ουσιαστικό

  1. 01 μικρό δάκτυλο, μικρό δαχτυλάκι
  2. 02 μικρό δάκτυλο ποδιού