30 αποτελέσματα για «尖»

尖る とがる N2

ρήμα

  1. 01 γίνομαι μυτερός, οξύνω, ακονίζομαι
  2. 02 είμαι σε τεντωμένα σχοινιά, είμαι νευρικός, είμαι ευερέθιστος, θίγομαι εύκολα
  3. 03 είμαι οξύς (για φωνή, λόγια), είμαι σκληρός, είμαι θυμωμένος, φαίνομαι δυσαρεστημένος, φαίνομαι ξινισμένος
  4. 04 είμαι προκλητικός, είμαι ριζοσπαστικός, είμαι επαναστατικός
尖塔 せんとう

ουσιαστικό

  1. 01 κωδωνοστάσιο, πυργίσκος, ακρώρεια, μιναρές
尖兵 せんぺい

ουσιαστικό

  1. 01 εμπροσθοφυλακή, ανιχνευτικό τμήμα, προπορευόμενο τμήμα
  2. 02 εμπροσθοφυλακή, πρωτοπόρος, πρωτοπορία, ηγέτης
尖らす とがらす

ρήμα

  1. 01 τροχίζω (π.χ. μολύβι), κατσουφιάζω (π.χ. χείλη)
  2. 02 γίνομαι νευρικός, τεντώνω τα νεύρα μου
  3. 03 υψώνω (π.χ. φωνή)
尖角 せんかく

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφαία γωνία, γωνία αιχμής
尖頭 せんとう

ουσιαστικό

  1. 01 μυτερή άκρη, κορυφή, ακίδα
  2. 02 μυτερό κεφάλι
尖部 せんぶ

ουσιαστικό

  1. 01 κορυφή
尖晶石 せんしょうせき

ουσιαστικό

  1. 01 σπινέλιος
尖圭コンジローマ せんけいコンジローマ

ουσιαστικό

  1. 01 οξυτενή κονδυλώματα, αφροδίσια κονδυλώματα, πρωκτικά κονδυλώματα, οξυτενή κονδυλώματα
尖む コスむ

ρήμα

  1. 01 κάνω μια διαγώνια κίνηση
尖頭器 せんとうき

ουσιαστικό

  1. 01 αιχμή βλήματος, αιχμή
尖度 せんど

ουσιαστικό

  1. 01 κύρτωση
尖り とんがり

ουσιαστικό

  1. 01 αιχμή, μύτη
尖鼠 とがりねずみ

ουσιαστικό

  1. 01 μυγαλίδα (κάθε τρωκτικό της οικογένειας Σορηκίδες, ειδικά αυτά του γένους Σόρεξ)
尖み コスミ

ουσιαστικό

  1. 01 κοσούμι, διαγώνια κίνηση
尖らせる とがらせる

ρήμα

  1. 01 τροχίζω (π.χ. μολύβι), κατσουφιάζω (π.χ. χείλη)
  2. 02 νευριάζω, τεντώνω τα νεύρα κάποιου
  3. 03 υψώνω (π.χ. τη φωνή)
尖った とがった

άλλο

  1. 01 μυτερός, αιχμηρός
  2. 02 οξύς (φωνή, λόγια κ.λπ.), σκληρός, θυμωμένος, σε ένταση (νεύρα)
  3. 03 προκλητικός, ριζοσπαστικός, ανυπότακτος
  4. 04 εξαιρετικός, πρωτοποριακός, ανώτερος
尖圭コンジローム せんけいコンジローム

ουσιαστικό

  1. 01 οξυτενή κονδυλώματα, κονδυλώματα των γεννητικών οργάνων, πρωκτικά κονδυλώματα
尖り笹の葉貝 とんがりささのはがい

ουσιαστικό

  1. 01 Lanceolaria grayana (είδος μυγαλής του γλυκού νερού)
尖形 せんけい

ουσιαστικό

  1. 01 μυτερός, οξύς