106 αποτελέσματα για «居»

居る いる N5

ρήμα, άλλο

  1. 01 είμαι (για έμψυχα όντα), υπάρχω
  2. 02 μένω, παραμένω
  3. 03 χρησιμοποιείται για να δηλώσει συνεχιζόμενη ενέργεια
  4. 04 χρησιμοποιείται για να δηλώσει ολοκληρωμένη ενέργεια ή την κατάσταση που προκύπτει από αυτήν
居場所 いばしょ

ουσιαστικό

  1. 01 τόπος, μέρος, τοποθεσία
  2. 02 μέρος όπου ανήκει κάποιος, όπου αισθάνεται ότι ταιριάζει, όπου μπορεί να είναι ο εαυτός του
居間 いま N3

ουσιαστικό

  1. 01 σαλόνι (δυτικού τύπου), καθιστικό
居心地 いごこち

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση σπιτιού ή δωματίου
居合わせる いあわせる

ρήμα

  1. 01 τυχαίνει να παρευρίσκομαι
居座る いすわる

ρήμα

  1. 01 παραμένω, μένω (κάπου)
居眠り いねむり N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπνηλία κατά την καθιστή θέση, μισοκοιμισμένος
居心地が悪い いごこちがわるい

άλλο, επίθετο

  1. 01 νιώθω άβολα, αισθάνομαι αμήχανα, δεν νιώθω σαν στο σπίτι μου
居酒屋 いざかや

ουσιαστικό

  1. 01 ιζακάγια, ιαπωνική ταβέρνα ή μπαρ που σερβίρει επίσης ποικιλία πιάτων και σνακ
居候 いそうろう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ένοικος που δεν πληρώνει για τη διαμονή και τη διατροφή του, παρασιτικός φιλοξενούμενος, τζαμπατζής
居なくなる いなくなる

άλλο, ρήμα

  1. 01 εξαφανίζομαι (για ανθρώπους ή ζώα), απομακρύνομαι, φεύγω, παύω να υπάρχω
居る おる

ρήμα, άλλο, επίθημα

  1. 01 υπάρχω, βρίσκομαι (για έμψυχα όντα)
  2. 02 βρίσκομαι στη διαδικασία του να...
  3. 03 έχω ολοκληρώσει μια πράξη, βρίσκομαι σε μια κατάσταση
  4. 04 έχω το θράσος να κάνω κάτι
居続ける いつづける

ρήμα

  1. 01 παραμένω (π.χ. στο σπίτι κάποιου φίλου), μένω (σε έναν χώρο)
居所 いどころ

ουσιαστικό

  1. 01 τοποθεσία, διεύθυνση
  2. 02 τόπος προσωρινής διαμονής
居住 きょじゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατοικία, διαμονή, τόπος διαμονής
居並ぶ いならぶ

ρήμα

  1. 01 κάθομαι στη σειρά, παρατάσσομαι
居住まいを正す いずまいをただす

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάθομαι στητός, διορθώνω τη στάση του σώματός μου, μαζεύομαι
居城 きょじょう

ουσιαστικό

  1. 01 το κάστρο ενός φεουδάρχη
居残る いのこる

ρήμα

  1. 01 παραμένω πίσω, μένω για επιπλέον ώρα εργασίας
きょ

ουσιαστικό

  1. 01 κατοικία, διαμονή