24 αποτελέσματα για «履»
履く はく
ρήμα
- 01 φοράω (για ρούχα κάτω μέρους του σώματος, π.χ. παντελόνι, φούστα, υποδήματα)
- 02 στερεώνω, προσδένω (ένα σπαθί στο ισχίο)
- 03 στερεώνω, προσδένω (χορδή σε τόξο)
履歴 りれき N1
ουσιαστικό
- 01 προσωπική ιστορία, υπόβαθρο, σταδιοδρομία
- 02 αρχείο καταγραφής, ιστορικό
- 03 υστέρηση (φαινόμενο)
履き替える はきかえる
ρήμα
- 01 αλλάζω (ρούχα κάτω μέρους σώματος: παπούτσια, παντελόνι, φούστα, κ.λπ.)
- 02 φοράω (λάθος παπούτσια)
履歴書 りれきしょ
ουσιαστικό
- 01 βιογραφικό σημείωμα
履行 りこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκπλήρωση (καθήκοντος), συμμόρφωση (υποσχέσεων), εκτέλεση (συμβολαίου), εξόφληση, εφαρμογή
履物 はきもの
ουσιαστικό
- 01 υποδήματα, παπούτσια
履き違える はきちがえる
ρήμα
- 01 φοράω τα παπούτσια κάποιου άλλου κατά λάθος, φοράω τα παπούτσια ανάποδα
- 02 μπερδεύω (το ένα πράγμα με το άλλο), συγχέω, παρερμηνεύω, έχω λανθασμένη αντίληψη για κάτι
履修 りしゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρακολούθηση μαθήματος, φοίτηση, ολοκλήρωση κύκλου σπουδών
履帯 りたい
ουσιαστικό
- 01 ερπύστρια
履き古す はきふるす
ρήμα
- 01 φθείρω με τη χρήση, λιώνω από το πολύ φόρεμα
履修登録 りしゅうとうろく
ουσιαστικό
- 01 δήλωση μαθημάτων (πανεπιστήμιο κ.λπ.)
履き捨てる はきすてる
ρήμα
- 01 φθείρω υποδήματα ή κάλτσες από τη χρήση και τα πετώ
- 02 κλοτσώ για να βγάλω τα υποδήματα, πετώ απότομα τα υποδήματα
履き古し はきふるし
ουσιαστικό
- 01 παλιά φθαρμένα παπούτσια, παλιές φθαρμένες κάλτσες
履歴情報 りれきじょうほう
ουσιαστικό
- 01 ιστορικό πληροφοριών
履践 りせん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εφαρμογή, εκτέλεση, πρακτική
履行不能 りこうふのう
ουσιαστικό
- 01 αδυναμία εκτέλεσης, νομική αδυναμία συμμόρφωσης με σύμβαση
履歴データ りれきデータ
ουσιαστικό
- 01 ιστορικά δεδομένα
履きつぶす はきつぶす
ρήμα
- 01 λιώνω (υποδήματα) από τη συνεχή χρήση
履歴現象 りれきげんしょう
ουσιαστικό
- 01 υστέρηση
履行遅滞 りこうちたい
ουσιαστικό
- 01 υπερημερία οφειλέτη, καθυστέρηση εκπλήρωσης υποχρέωσης