21 αποτελέσματα για «巣»

N3

ουσιαστικό

  1. 01 φωλιά, αποικία πουλιών, τόπος αναπαραγωγής, κυψέλη
  2. 02 κρησφύγετο, άντρο
  3. 03 στέκι
  4. 04 ιστός αράχνης
巣窟 そうくつ

ουσιαστικό

  1. 01 φωλιά, λημέρι, στέκι, κρησφύγετο
巣食う すくう

ρήμα

  1. 01 φτιάχνω φωλιά, φωλιάζω
  2. 02 συχνάζω (για κακόβουλη ομάδα), εδρεύω, στοιχειώνω
  3. 03 εμφωλεύω (στο μυαλό κάποιου· για κακές σκέψεις, αυταπάτες κ.λπ.), ριζώνω, εγκαθίσταμαι (στην καρδιά κάποιου)
巣穴 すあな

ουσιαστικό

  1. 01 φωλιά, λαγούμι, φωλιά ζώου
巣立つ すだつ

ρήμα

  1. 01 φεύγω από τη φωλιά
  2. 02 βγαίνω στον κόσμο, ανεξαρτοποιούμαι (από τους γονείς), αποφοιτώ (και γίνομαι μέλος της κοινωνίας)
巣箱 すばこ

ουσιαστικό

  1. 01 φωλιά πουλιών, τεχνητή φωλιά
  2. 02 κυψέλη
巣立ち すだち

ουσιαστικό

  1. 01 εγκατάλειψη της φωλιάς
  2. 02 έξοδος στον κόσμο, ανεξαρτητοποίηση
巣作り すづくり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φωλεοποίηση (κατασκευή φωλιάς, κυψέλης, ιστού, λαγουμειού κ.λπ.)
巣ごもり すごもり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φώλιασμα, χειμερία νάρκη
  2. 02 εγκλεισμός στο σπίτι, παραμονή στο σπίτι
巣をくう すをくう

άλλο, ρήμα

  1. 01 φτιάχνω φωλιά, φωλιάζω
巣ごもり需要 すごもりじゅよう

ουσιαστικό

  1. 01 ζήτηση προϊόντων και υπηρεσιών κατά την παραμονή στο σπίτι (για παράδειγμα κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19)
巣離れ すばなれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάλειψη της φωλιάς, ανεξαρτητοποίηση από τους γονείς
巣ごもり消費 すごもりしょうひ

ουσιαστικό

  1. 01 κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών από εργαζόμενους ενήλικες που ζουν στο πατρικό τους σπίτι, με τα βασικά έξοδα διαβίωσης να καλύπτονται από τους γονείς τους, κατανάλωση «ενοίκων της φωλιάς»
巣籠る すごもる

ρήμα

  1. 01 φωλιάζω
巣替え すがえ

ουσιαστικό

  1. 01 αλλαγή φωλιάς
  2. 02 αλλαγή τοποθεσίας διασκέδασης
巣引き すびき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φώλιασμα (για κότα)
巣隠れ すがくれ

ουσιαστικό

  1. 01 φώλιασμα, κρύψιμο στη φωλιά
巣鶏 すどり

ουσιαστικό

  1. 01 κλωσσα
巣雛 すひな

ουσιαστικό

  1. 01 νεοσσός που βρίσκεται ακόμα στη φωλιά
巣蜜 すみつ

ουσιαστικό

  1. 01 μέλι με κηρήθρα, κηρήθρα