134 αποτελέσματα για «左»
左 ひだり N5
ουσιαστικό
- 01 αριστερά, αριστερή πλευρά
- 02 αριστερό χέρι
- 03 αριστερά (πολιτικά), αριστερή πτέρυγα, αριστερός
- 04 αδυναμία στο αλκοόλ, πότης
左右 さゆう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αριστερά και δεξιά, δεξιά και αριστερά
- 02 έλεγχος, επιρροή, κυριαρχία
- 03 ακόλουθοι, συνοδεύοντες
- 04 στο πλευρό κάποιου
- 05 αμφισημία
左手 ひだりて
ουσιαστικό
- 01 αριστερό χέρι
- 02 αριστερή πλευρά, αριστερή κατεύθυνση, αριστερά
左様なら さようなら
επιφώνημα
- 01 αντίο, χαιρετισμός, εις το επανιδείν
左腕 ひだりうで
ουσιαστικό
- 01 αριστερό χέρι
- 02 αριστερόχειρας (πικέρ του μπέιζμπολ)
左側 ひだりがわ
ουσιαστικό
- 01 αριστερή πλευρά, αριστερή μεριά
左足 ひだりあし
ουσιαστικό
- 01 αριστερό πέλμα
- 02 αριστερό πόδι
左様 さよう
επίθετο, επιφώνημα
- 01 έτσι, με αυτόν τον τρόπο
- 02 σωστά, πράγματι
- 03 για να δούμε, ας πούμε
左肩 ひだりかた
ουσιαστικό
- 01 αριστερός ώμος
左目 ひだりめ
ουσιαστικό
- 01 αριστερό μάτι
左翼 さよく
ουσιαστικό
- 01 αριστερά
- 02 αριστερό πτερύγιο (πτηνού ή αεροσκάφους)
- 03 αριστερή πτέρυγα (στρατού, κτιρίου, κ.λπ.), αριστερό πλευρό
- 04 αριστερό εξωτερικό πεδίο (στο μπέιζμπολ), αριστερός εξωτερικός παίκτης
- 05 αριστερό εξτρέμ (στο ποδόσφαιρο, το ράγκμπι, κ.λπ.)
左胸 ひだりむね
ουσιαστικό
- 01 αριστερό στήθος, αριστερή πλευρά του θώρακα
左隣 ひだりどなり
ουσιαστικό
- 01 αυτός που βρίσκεται στα αριστερά, ο αριστερός γείτονας (πρόσωπο, κτίριο, κ.λπ.)
左遷 させん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποβιβασμός, μετάθεση σε κατώτερη θέση, βαθμολογική υποβάθμιση
左右に分かれる さゆうにわかれる
άλλο, ρήμα
- 01 χωρίζομαι στα αριστερά και τα δεξιά, ανοίγω προς τα έξω
左端 ひだりはし
ουσιαστικό
- 01 αριστερή άκρη, αριστερό άκρο
左耳 ひだりみみ
ουσιαστικό
- 01 αριστερό αυτί
左上 ひだりうえ
ουσιαστικό
- 01 πάνω αριστερά
左に曲がる ひだりにまがる
άλλο, ρήμα
- 01 στρίβω αριστερά, στρίβω προς τα αριστερά
左下 ひだりした
ουσιαστικό
- 01 κάτω αριστερά