152 αποτελέσματα για «広»

広い ひろい N5

επίθετο

  1. 01 ευρύς, μεγάλος, πλατύς
広がる ひろがる N3

ρήμα

  1. 01 εξαπλώνομαι, εκτείνομαι, φτάνω, γεμίζω (π.χ. έναν χώρο)
広げる ひろげる N3

ρήμα

  1. 01 απλώνω, εκτείνω, επεκτείνω, διευρύνω, πλαταίνω
  2. 02 ξεδιπλώνω, ανοίγω, ξετυλίγω
  3. 03 σκορπίζω, διασκορπίζω, απλώνω τριγύρω
  4. 04 κάνω να ανθίσει, προάγω, αναπτύσσω
広場 ひろば N2

ουσιαστικό

  1. 01 πλατεία, δημόσια πλατεία, φόρουμ
  2. 02 ανοιχτός χώρος, ξέφωτο
広大 こうだい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 απέραντος, αχανής, εκτεταμένος, ευρύς, τεράστιος, μεγάλος, μεγαλοπρεπής, επιβλητικός
広まる ひろまる N3

ρήμα

  1. 01 διαδίδομαι, εξαπλώνομαι, μεταδίδομαι
広める ひろめる N3

ρήμα

  1. 01 διαδίδω, προωθώ, καθιερώνω, διαχέω
  2. 02 διευρύνω, επεκτείνω, πλαταίνω, μεγεθύνω
広間 ひろま

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλη αίθουσα, σαλόνι, ευρύχωρο δωμάτιο, αίθουσα υποδοχής
広告 こうこく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαφήμιση
  2. 02 ανακοίνωση, ειδοποίηση
広範囲 こうはんい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 εκτεταμένος, ευρύ φάσμα, ευρύ πεδίο
広々とした ひろびろとした

άλλο

  1. 01 ανοιχτός, ευρύχωρος, εκτενής
広島 ひろしま

ουσιαστικό

  1. 01 Χιροσίμα (πόλη, νομός)
広がり ひろがり

ουσιαστικό

  1. 01 άπλωμα, έκταση, εύρος
広報 こうほう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δημόσιες σχέσεις, ΠΡ, δημοσιότητα, προβολή, ενημέρωση του κοινού
  2. 02 δημοσιοποίηση, προβολή
広域 こういき

ουσιαστικό

  1. 01 ευρεία περιοχή
  2. 02 ευρεία προβολή (σε ψηφιακό χάρτη), απομακρυσμένη προβολή
広々 ひろびろ N2

επίρρημα, ρήμα, επίθετο

  1. 01 εκτεταμένος, ευρύχωρος
広め ひろめ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αρκετά πλατύς, αρκετά μεγάλος, σχετικά ευρύχωρος
広義 こうぎ

ουσιαστικό

  1. 01 ευρεία έννοια (π.χ. μιας λέξης), ευρύ πλαίσιο
広告塔 こうこくとう

ουσιαστικό

  1. 01 διαφημιστική πινακίδα, διαφημιστικός πύργος
  2. 02 πρόσωπο (εταιρείας, ομάδας κ.λπ.), πρεσβευτής επωνυμίας
広島県 ひろしまけん

ουσιαστικό

  1. 01 νομός Χιροσίμα (περιοχή Τσουγκόκου)