13 αποτελέσματα για «庇»
庇う かばう N1
ρήμα
- 01 προστατεύω (κάποιον), φροντίζω (π.χ. ένα τραυματισμένο πόδι), υπερασπίζομαι, καλύπτω (για κάποιον), υποστηρίζω
庇護 ひご
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προστασία, εύνοια
庇 ひさし
ουσιαστικό
- 01 τέντα (πάνω από παράθυρο, είσοδο κ.λπ.), γείσο (στέγης)
- 02 στενός διάδρομος που περιβάλλει τον πυρήνα ενός ναού
- 03 γείσο (καπέλου), γείσο, σκιάδιο
- 04 κλασικό ιαπωνικό γυναικείο χτένισμα με χαμηλό πομπαντούρ
庇護欲 ひごよく
ουσιαστικό
- 01 επιθυμία για προστασία
庇護者 ひごしゃ
ουσιαστικό
- 01 κηδεμόνας, μέντορας, προστάτης
庇い立て かばいだて
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προστατεύω κάποιον, υπερασπίζομαι, υποστηρίζω
庇髪 ひさしがみ
ουσιαστικό
- 01 κλασικό ιαπωνικό γυναικείο χτένισμα με χαμηλό πομπαντού
庇を貸して母屋を取られる ひさしをかしておもやをとられる
άλλο, ρήμα
- 01 εκμεταλλεύομαι την καλοσύνη κάποιου, δίνω το δάχτυλο και παίρνουν όλο το χέρι, παραχωρώ τη σκεπή και μου παίρνουν ολόκληρο το σπίτι
- 02 ανταποδίδω μια χάρη με κακία
庇い手 かばいて
ουσιαστικό
- 01 κανόνας που επιτρέπει στον ξεκάθαρο νικητή μιας αναμέτρησης να προσγειωθεί πρώτος για την αποφυγή τραυματισμού
庇陰 ひいん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προστασία, κάλυψη
- 02 σκιά από τα γείσα
庇護権 ひごけん
ουσιαστικό
- 01 δικαίωμα ασύλου
庇面 ひめん
ουσιαστικό
- 01 θόλος, τρούλος
庇
- 01 προστατεύω
- 02 θωρακίζω
- 03 υπερασπίζομαι
- 04 στέγαστρο
- 05 σκέπαστρο
- 06 ρετιρέ
- 07 γείσο