38 αποτελέσματα για «影»
影響 えいきょう N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 επιρροή, αποτέλεσμα, επίδραση, αντίκτυπος
影 かげ N3
ουσιαστικό
- 01 σκιά, σιλουέτα, μορφή, σχήμα
- 02 αντανάκλαση, εικόνα
- 03 δυσοίωνο σημάδι
- 04 φως (αστεριών, φεγγαριού)
- 05 ίχνος, σκιά (του παλιού μου εαυτού)
- 06 πίσω, παρασκήνιο, άλλη πλευρά
影響力 えいきょうりょく
ουσιαστικό
- 01 επιρροή, κύρος, μοχλός πίεσης
影響を及ぼす えいきょうをおよぼす
άλλο, ρήμα
- 01 επηρεάζω, έχω αντίκτυπο, ασκώ επιρροή
影を落とす かげをおとす
άλλο, ρήμα
- 01 ρίχνω σκιά
影武者 かげむしゃ
ουσιαστικό
- 01 σωσίας, ομοίωμα
- 02 εξωγενής παράγοντας, πρόσωπο πίσω από τα παρασκήνια, σκιώδης αρχηγός
影が差す かげがさす
άλλο, ρήμα
- 01 ρίχνω σκιά, εμφανίζομαι
- 02 σκιάζω (απειλή κ.λπ.), εκδηλώνομαι (συμπτώματα κ.λπ.)
影法師 かげぼうし
ουσιαστικό
- 01 σκιά, σιλουέτα
影絵 かげえ
ουσιαστικό
- 01 σκιώδης εικόνα, σιλουέτα, παράσταση σκιών
影響下 えいきょうか
ουσιαστικό
- 01 επηρεασμένος από, υπό την επήρεια
影が薄い かげがうすい
άλλο, επίθετο
- 01 στο παρασκήνιο, δυσδιάκριτος
影の薄い かげのうすい
άλλο, επίθετο
- 01 διακριτικός, αφανής, χαμηλών τόνων
影も形もない かげもかたちもない
άλλο, επίθετο
- 01 δεν υπάρχει κανένα ίχνος, δεν αφήνει πίσω του κανένα σημάδι, είναι άφαντος
影を潜める かげをひそめる
άλλο, ρήμα
- 01 εξαφανίζομαι, χάνομαι
影のある かげのある
άλλο
- 01 μελαγχολικός (για άνθρωπο), σκοτεινός, κατηφής
影像 えいぞう
ουσιαστικό
- 01 σιλουέτα, σκιαγραφία
影響範囲 えいきょうはんい
ουσιαστικό
- 01 περιοχή επιρροής, ζώνη επιρροής, έκταση του αντικτύπου
影薄い かげうすい
άλλο, επίθετο
- 01 στο παρασκήνιο, δυσδιάκριτος
影を投げる かげをなげる
άλλο, ρήμα
- 01 ρίχνω σκιά, προβάλλω σκιά
影を映す かげをうつす
άλλο, ρήμα
- 01 καθρεφτίζω την εικόνα (κάποιου ή κάποιου πράγματος)