127 αποτελέσματα για «応»

応える こたえる

ρήμα

  1. 01 απαντώ, ανταποκρίνομαι (π.χ. σε απαιτήσεις, προσδοκίες)
  2. 02 επηρεάζω, καταπονώ, με αγγίζει, είναι βάρος (π.χ. η ζέστη, το κρύο, η δουλειά, η αρρώστια)
応援 おうえん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βοήθεια, συνδρομή, υποστήριξη, στήριξη, ενίσχυση
  2. 02 επευφημίες, ενθάρρυνση, υποστήριξη, στήριξη
応じる おうじる N3

ρήμα

  1. 01 ανταποκρίνομαι, απαντώ, ικανοποιώ, δέχομαι, συμμορφώνομαι με, υποβάλλω αίτηση, αιτούμαι
応用 おうよう N2

ουσιαστικό, ρήμα, άλλο

  1. 01 πρακτική εφαρμογή, αξιοποίηση για πρακτικούς σκοπούς
  2. 02 εφαρμοσμένος (π.χ. φυσική, γλωσσολογία, έρευνα)
応答 おうとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απάντηση, ανταπόκριση
応接室 おうせつしつ

ουσιαστικό

  1. 01 σαλόνι, χώρος υποδοχής
  2. 02 γραφείο υποδοχής
応対 おうたい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξυπηρέτηση (ανθρώπων, πελατών, παραπόνων κ.λπ.), υποδοχή (καλούντων, επισκεπτών κ.λπ.), φροντίδα, χειρισμός, παροχή υπηρεσιών
応募 おうぼ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αίτηση, συμμετοχή (σε διαγωνισμό, κλήρωση κ.λπ.), εγγραφή
応戦 おうせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντεπίθεση, ανταπόδοση πυρών, αντεπίθεση, απόκριση σε επίθεση, αποδοχή πρόκλησης
応急処置 おうきゅうしょち

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτο μέτρο, διαδικασίες έκτακτης ανάγκης
  2. 02 πρώτες βοήθειες, προσωρινή θεραπεία, προσωρινές επισκευές
応酬 おうしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανταλλαγή (λόγων, απόψεων, χτυπημάτων, ποτηριών κ.λπ.), αμφίδρομη αλληλεπίδραση
  2. 02 απάντηση, απόκριση, ανταπόδοση, αντεπιχείρημα, ρεπάρτ, ανταπόδοση ίσο προς ίσο
応接間 おうせつま

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος υποδοχής, σαλόνι, καθιστικό
おう

ουσιαστικό, επιφώνημα

  1. 01 συμφωνία, καταφατική απάντηση
  2. 02 ναι, εντάξει, καλά
おお

επιφώνημα

  1. 01 ωχ, παναγία μου
  2. 02 αχ, ωχ όχι
  3. 03 α, τώρα μάλιστα, το κατάλαβα
  4. 04 ναι, εντάξει
応じて おうじて

άλλο

  1. 01 ανάλογα με, σύμφωνα με, κατά περίπτωση
応接 おうせつ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποδοχή (π.χ. επισκεπτών), εξυπηρέτηση
応援団 おうえんだん

ουσιαστικό

  1. 01 ομάδα υποστήριξης, κερκίδα
応ずる おうずる N2

ρήμα

  1. 01 απαντώ, ανταποκρίνομαι, ικανοποιώ (προσδοκίες ή απαιτήσεις)
  2. 02 ικανοποιώ, αποδέχομαι
応急 おうきゅう N1

ουσιαστικό

  1. 01 έκτακτη επιδιόρθωση, προσωρινό μέτρο, προσωρινή λύση
応急手当 おうきゅうてあて

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτες βοήθειες (περίθαλψη)