15 αποτελέσματα για «怠»

怠る おこたる N2

ρήμα

  1. 01 αμελώ, παραμελώ, παραλείπω, αποφεύγω (κάτι), αποφεύγω να κάνω, αποφεύγω τα καθήκοντά μου, δεν δίνω σημασία σε
  2. 02 βελτιώνομαι, παρουσιάζω βελτίωση (σε περίπτωση ασθένειας)
怠惰 たいだ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 τεμπέλης, οκνηρός, νωθρός, αργόσχολος
怠ける なまける N3

ρήμα

  1. 01 τεμπελιάζω, οκνεύω
  2. 02 αμελώ (π.χ. την εργασία μου), παραμελώ, αποφεύγω (π.χ. το σχολείο)
怠慢 たいまん N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 αμέλεια, παραμέληση, απροσεξία, αναβλητικότητα
怠い だるい

επίθετο

  1. 01 νωθρός, πλαδαρός, άτονος, βαρύς (για καρδιά, πόδια, κ.λπ.), θαμπός
  2. 02 ενοχλητικός, κουραστικός, σπαστικό
怠け者 なまけもの

ουσιαστικό

  1. 01 τεμπέλης, οκνηρός, νωθρός άνθρωπος
怠り おこたり

ουσιαστικό

  1. 01 αμέλεια, απροσεξία
怠け癖 なまけぐせ

ουσιαστικό

  1. 01 τάση για τεμπελιά, οκνηρία
怠りなく おこたりなく

επίρρημα

  1. 01 επιμελώς, πιστά, αναμφίβολα, χωρίς σφάλματα
怠業 たいぎょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σαμποτάζ, πρακτικές σκόπιμης επιβράδυνσης της εργασίας
怠りがち おこたりがち

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 τάση για αμέλεια
怠らずに おこたらずに

επίρρημα

  1. 01 προσεκτικά, επιμελώς, χωρίς αμέλεια
怠業戦術 たいぎょうせんじゅつ

ουσιαστικό

  1. 01 ταϊγκιό-σεντζούτσου (στρατηγική επιβράδυνσης της εργασίας, τακτική καθυστέρησης από εργαζομένους σε εργατική διαφορά)
怠怠し たいだいし

άλλο

  1. 01 απρεπής (συμπεριφορά, στάση κ.λπ.), παράλογος, εξοργιστικός
  1. 01 αμέλεια, παραμέληση
  2. 02 τεμπελιά, οκνηρία