13 αποτελέσματα για «悩»
悩む なやむ N3
ρήμα
- 01 ανησυχώ, προβληματίζομαι
悩み なやみ N1
ουσιαστικό
- 01 πρόβλημα, ανησυχία, στενοχώρια, αγωνία, λύπη, βάσανο
悩ます なやます N1
ρήμα
- 01 βασανίζω, ταλαιπωρώ, παρενοχλώ
悩ましい なやましい N1
επίθετο
- 01 προκλητικός, σαρκικός, γοητευτικός
- 02 ενοχλητικός, δύσκολος, αγκαθωτός, ζόρικος
- 03 ανήσυχος, αμήχανος
悩み事 なやみごと
ουσιαστικό
- 01 θέμα που προκαλεί δυσφορία, ζήτημα που προκαλεί ανησυχία
悩みを抱える なやみをかかえる
άλλο, ρήμα
- 01 έχω προβλήματα, έχω ανησυχίες
悩みの種 なやみのたね
άλλο, ουσιαστικό
- 01 πηγή ανησυχίας, πηγή στεναχώριας
悩みに悩む なやみになやむ
άλλο, ρήμα
- 01 βασανίζομαι υπερβολικά από τις σκέψεις μου
悩殺 のうさつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 γοητεύω, μαγεύω, σαγηνεύω
悩乱 のうらん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ανησυχία, αγωνία
悩める なやめる
άλλο, ρήμα
- 01 ανήσυχος, προβληματισμένος, ταλαιπωρημένος
- 02 βασανίζω, ταλαιπωρώ
悩ましげ なやましげ
επίθετο
- 01 ανήσυχος, προβληματισμένος (εμφάνιση)
- 02 ερωτικά επιθυμητικός (βλέμμα κ.λπ.), ανικανοποίητος, γεμάτος πόθο
悩
- 01 πρόβλημα, ταραχή
- 02 ανησυχία
- 03 πονάω, υποφέρω
- 04 στενοχώρια, αγωνία
- 05 ασθένεια