16 αποτελέσματα για «惜»

惜しい おしい N2

επίθετο

  1. 01 λυπηρός, απογοητευτικός, ατυχής
  2. 02 πολύτιμος, αγαπητός
  3. 03 είναι κρίμα, αξίζει κάτι καλύτερο
  4. 04 παραλίγο, σχεδόν, λίγο έλειψε, παρά τρίχα
惜しむ おしむ N1

ρήμα

  1. 01 λυπάμαι να δώσω, λυπάμαι να ξοδέψω, είμαι φειδωλός, είμαι τσιγκούνης
  2. 02 μετανιώνω, λυπάμαι, θρηνώ
  3. 03 διστάζω, είμαι απρόθυμος
  4. 04 εκτιμώ, θεωρώ πολύτιμο, αγαπώ πολύ
  5. 05 αγαπώ, λατρεύω
惜しみない おしみない

επίθετο

  1. 01 γενναιόδωρος, απλόχερος
惜しげもなく おしげもなく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αφειδώς, γενναιόδωρα, απλόχερα, χωρίς φειδώ
惜しむらくは おしむらくは

άλλο

  1. 01 είναι κρίμα που..., είναι λυπηρό το γεγονός ότι..., είναι ατυχές το ότι...
惜別 せきべつ

ουσιαστικό

  1. 01 δυσαρέσκεια για τον αποχωρισμό, θλίψη για τον αποχωρισμό
惜しげなく おしげなく

επίρρημα

  1. 01 αφειδώς, γενναιόδωρα, απλόχερα, χωρίς δισταγμό, χωρίς φειδώ
惜しむべき おしむべき

άλλο

  1. 01 αξιοθρήνητος, λυπηρός
  2. 02 αξιοθρήνητος, λυπηρός
惜敗 せきはい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράδοξη ήττα, ήττα στις λεπτομέρειες
惜春 せきしゅん

ουσιαστικό

  1. 01 θλίψη για το πέρασμα της άνοιξης, θλίψη για το πέρασμα της νιότης
惜しくも おしくも

επίρρημα

  1. 01 προς μεγάλη λύπη κάποιου, δυστυχώς, με στενοχώρια
惜敗率 せきはいりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ποσοστό οριακής ήττας υποψηφίου σε μονοεδρική περιφέρεια (χρησιμοποιείται για την ισοψηφία κατά τον καθορισμό των εκπροσώπων σε περιφέρειες αναλογικής εκπροσώπησης)
惜しげ おしげ

ουσιαστικό

  1. 01 δισταγμός, μεταμέλεια, τσιγκουνιά
惜しみ無く おしみなく

επίρρημα

  1. 01 αφειδώς, απλόχερα
惜しがる おしがる

ρήμα

  1. 01 φαίνομαι να μετανιώνω για κάτι
  1. 01 λυπάμαι
  2. 02 χρησιμοποιώ με φειδώ
  3. 03 φειδωλός
  4. 04 τσιγκούνης
  5. 05 μετανιώνω