628 αποτελέσματα για «手»

N5

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 χέρι, βραχίονας
  2. 02 μπροστινό πόδι
  3. 03 χειρολαβή
  4. 04 χέρι, εργάτης, βοήθεια
  5. 05 κόπος, φροντίδα, προσπάθεια
  6. 06 μέσο, τρόπος, κόλπο, κίνηση, τεχνική, δεξιοτεχνία
  7. 07 χέρι, γραφικός χαρακτήρας
  8. 08 είδος, τύπος, κατηγορία
  9. 09 χέρια κάποιου, κατοχή κάποιου
  10. 10 ικανότητα αντιμετώπισης
  11. 11 χέρι (στα χαρτιά)
  12. 12 κατεύθυνση
  13. 13 κίνηση (στο γκο, στο σόγκι, κ.λπ.)
手伝う てつだう N4

ρήμα

  1. 01 βοηθάω, συνδράμω
  2. 02 συμβάλλω
手に入れる てにいれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκτώ, παίρνω, προμηθεύομαι, κερδίζω, εξασφαλίζω
手紙 てがみ N5

ουσιαστικό

  1. 01 γράμμα, επιστολή, σημείωμα
手段 しゅだん N3

ουσιαστικό

  1. 01 μέσο, τρόπος, μέτρο
手にする てにする

άλλο, ρήμα

  1. 01 κρατώ (στα χέρια μου), παίρνω (στα χέρια μου)
  2. 02 κατέχω, αποκτώ
手を出す てをだす

άλλο, ρήμα

  1. 01 απλώνω το χέρι μου
  2. 02 αναμειγνύομαι, ασχολούμαι, δοκιμάζω
  3. 03 ξεκινώ καβγά, γίνομαι βίαιος, επιτίθεμαι, βάζω χέρι (με βία)
  4. 04 παίρνω, κλέβω
  5. 05 κάνω σεξουαλική πρόταση, αγγίζω απρόκλητα, βάζω χέρι (σεξουαλικά)
手に入る てにはいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποκτώ, παίρνω, μου δίνεται, έρχεται στην κατοχή μου
手足 てあし

ουσιαστικό

  1. 01 χέρια και πόδια, άκρα
  2. 02 στενός συνεργάτης, έμπιστος άνθρωπος, άνθρωπος του χεριού μου
手前 てまえ N2

ουσιαστικό, αντωνυμία

  1. 01 μπροστά μου, μπροστά, κοντά
  2. 02 λίγο πριν φτάσω (σε ένα σημείο), από αυτή την πλευρά (ενός σημείου)
  3. 03 η θέση μου, η άποψή μου, η εμφάνισή μου, πρόσωπο, τιμή, υπόληψη
  4. 04 δεξιότητα, επιδεξιότητα, καλλιτεχνία, ευρηματικότητα
  5. 05 διαδικασίες τελετής τσαγιού
  6. 06 εγώ, εμένα
  7. 07 εσύ, εσένα
手伝い てつだい N3

ουσιαστικό

  1. 01 βοηθός
  2. 02 βοήθεια
手を伸ばす てをのばす

άλλο, ρήμα

  1. 01 απλώνω το χέρι μου, φτάνω (για κάτι)
  2. 02 δοκιμάζω τις δυνάμεις μου, καταπιάνομαι με κάτι (νέο)
手を振る てをふる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κουνάω το χέρι μου
手に取る てにとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 παίρνω στο χέρι μου, σηκώνω, αποκτώ
手元 てもと N1

επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 σε ετοιμότητα, διαθέσιμος, κοντά, στα χέρια μου
  2. 02 τρόπος χειρισμού (των χεριών), επιδεξιότητα, δεξιοτεχνία
  3. 03 διαθέσιμα χρήματα, μετρητά, χαρτζιλίκι
  4. 04 λαβή, χερούλι
手のひら てのひら

ουσιαστικό

  1. 01 παλάμη
手首 てくび N2

ουσιαστικό

  1. 01 καρπός
手渡す てわたす

ρήμα

  1. 01 παραδίδω, δίνω αυτοπροσώπως
手を引く てをひく

άλλο, ρήμα

  1. 01 αποσύρομαι (από μια συμφωνία), παραιτούμαι, νίπτω τας χείρας μου
  2. 02 οδηγώ από το χέρι
手放す てばなす

ρήμα

  1. 01 αφήνω, απελευθερώνω, ρίχνω κάτω
  2. 02 αποχωρίζομαι (π.χ. ένα απόκτημα), παραχωρώ, διαθέτω, πουλάω
  3. 03 στέλνω μακριά (π.χ. το παιδί μου), αφήνω να φύγει, αποχωρίζομαι
  4. 04 σταματάω προσωρινά να εργάζομαι, διακόπτω προσωρινά την εργασία