11 αποτελέσματα για «扱»

扱う あつかう N3

ρήμα

  1. 01 μεταχειρίζομαι (κάποιον), συμπεριφέρομαι, φέρομαι, χειρίζομαι, φροντίζω, φιλοξενώ
  2. 02 αντιμετωπίζω (ένα πρόβλημα), χειρίζομαι, διαχειρίζομαι
  3. 03 χειρίζομαι (π.χ. μηχάνημα), λειτουργώ
  4. 04 εμπορεύομαι, πουλώ, διαθέτω
  5. 05 καλύπτω (ένα θέμα), πραγματεύομαι, συζητώ, ασχολούμαι
  6. 06 αντιμετωπίζω το Α ως Β
  7. 07 μεσολαβώ (σε μια διαφωνία)
  8. 08 είναι υπερβολικό για μένα, με ξεπερνά, δεν μπορώ να το διαχειριστώ
  9. 09 κουτσομπολεύω
扱い あつかい N1

ουσιαστικό

  1. 01 μεταχείριση, εξυπηρέτηση, χειρισμός, διαχείριση, αντιμετώπιση
  2. 02 χειρισμός (μηχανής, εργαλείου κ.λπ.), λειτουργία, χρήση
  3. 03 μεταχείριση ως, θεώρηση ως
扱く しごく

ρήμα

  1. 01 περνώ ανάμεσα από τα δάχτυλα, χαϊδεύω (π.χ. γενειάδα)
  2. 02 εξαντλώ κάποιον με σκληρή δουλειά
  3. 03 αυνανίζομαι
扱く こく

ρήμα

  1. 01 αλωνίζω
  2. 02 απογυμνώνω, αφαιρώ
扱いやすい あつかいやすい

επίθετο

  1. 01 διαχειρίσιμος, υπάκουος, εύκολος στη φροντίδα, εύκολος στη συναλλαγή, ευκολομεταχείριστος
扱いにくい あつかいにくい

επίθετο

  1. 01 δύσκολος στον χειρισμό, δυσκίνητος, δύστροπος, δύσκολος στη διαχείριση, δύσχρηστος
扱き しごき

ουσιαστικό

  1. 01 σκληρή δοκιμασία, εξαντλητική εκπαίδευση
  2. 02 ζώνη μέσης, γυναικείο εσώρουχο συγκράτησης
扱ぐ こぐ

ρήμα

  1. 01 ξεριζώνω
扱い方 あつかいかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος διαχείρισης (π.χ. υπόθεση), τρόπος χειρισμού (π.χ. μηχάνημα), τρόπος μεταχείρισης (π.χ. παιδιά, ζώο)
扱き混ぜる こきまぜる

ρήμα

  1. 01 ανακατεύω όλα μαζί (π.χ. υλικά), αναδεύω, αναμειγνύω
  1. 01 χειρίζομαι
  2. 02 ψυχαγωγώ
  3. 03 αλωνίζω
  4. 04 απογυμνώνω