6 αποτελέσματα για «抉»

抉る くじる

ρήμα

  1. 01 καρφώνω και περιστρέφω, σκαλίζω, καθαρίζω (π.χ. τα δόντια μου)
抉る えぐる

ρήμα

  1. 01 εξορύσσω, ανασκάπτω, αδειάζω, σκάβω, βγάζω με το κουτάλι
  2. 02 ταράζω βαθιά, προκαλώ ψυχικό πόνο
  3. 03 φτάνω στη ρίζα των πραγμάτων, φέρνω αδυσώπητα την αλήθεια στο φως
抉れる えぐれる

ρήμα

  1. 01 εγκολπώνομαι, εξορύσσομαι, κουφώνομαι, δημιουργώ κοιλότητα
抉る こじる

ρήμα

  1. 01 αναμοχλεύω, παραβιάζω, ξεριζώνω
抉じる こじる

ρήμα

  1. 01 παραβιάζω (ανοίγω), ανασηκώνω με μοχλό, ξεριζώνω
  1. 01 σκαλίζω, σκάβω βαθιά
  2. 02 κοιλαίνω, αδειάζω (το εσωτερικό)
  3. 03 τρυπώ, ανοίγω τρύπα
  4. 04 διαρρηγνύω, ανοίγω βίαια, ανασηκώνω (με μοχλό)