8 αποτελέσματα για «拓»
拓く ひらく
ρήμα
- 01 ανοίγω (π.χ. μονοπάτι), καθαρίζω (το δρόμο), εκχερσώνω (π.χ. γη)
拓本 たくほん
ουσιαστικό
- 01 τακουμπόν (αντίτυπο μέσω αποτύπωσης)
拓銀 たくぎん
ουσιαστικό
- 01 Τράπεζα Τακουσόκου (συντομογραφία)
拓殖 たくしょく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποικισμός, ανάπτυξη, εγκατάσταση, εκμετάλλευση
拓殖銀行 たくしょくぎんこう
ουσιαστικό
- 01 Τασουκούγκινκο
拓殖大学 たくしょくだいがく
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Τακουσόκου
拓大 たくだい
ουσιαστικό
- 01 Πανεπιστήμιο Τακουσόκου (συντομογραφία)
拓
- 01 εκχερσώνω
- 02 διανοίγω
- 03 οργώνω