15 αποτελέσματα για «括»
括る くくる
ρήμα
- 01 δένω, συγκεντρώνω, περιδένω, πακετάρω, στερεώνω
- 02 απαγχονίζομαι
- 03 συνοψίζω, συγκεντρώνω, ενοποιώ
- 04 εκτιμώ, υπολογίζω
- 05 βάφω με τη μέθοδο tie-dye
- 06 κρατώ υπό κράτηση, ελέγχω, συγκρατώ
括り付ける くくりつける
ρήμα
- 01 προσδένω, δένω, στερεώνω, συγκρατώ
括り くくり
ουσιαστικό
- 01 κόμπος, δέσιμο
- 02 δέσμη, ομαδοποίηση
- 03 συμπέρασμα, κατάληξη
括約筋 かつやくきん
ουσιαστικό
- 01 σφιγκτήρας (μυς), συσφιγκτήρας
括弧 かっこ N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αγκύλες, παρενθέσεις
括れる くびれる
ρήμα
- 01 συσφίγγομαι, στενεύω (στη μέση)
括弧付き かっこつき
ουσιαστικό
- 01 λεγόμενος, υποτιθέμενος
- 02 σε παρένθεση, με παρενθέσεις
括り出す くくりだす
ρήμα
- 01 βγάζω κοινό παράγοντα (π.χ. στην άλγεβρα), απομονώνω κοινά στοιχεία
括弧閉じ かっことじ
ουσιαστικό
- 01 κλείσιμο αγκύλης, κλείσιμο παρένθεσης
括り枕 くくりまくら
ουσιαστικό
- 01 μαξιλάρι παραγεμισμένο με φλοιό φαγόπυρου, φλοιούς ρυζιού ή παρόμοιο υλικό
括れ くびれ
ουσιαστικό
- 01 στένωση, στενό σημείο (στη μέση)
- 02 μέση (κυρίως γυναικών)
括り染め くくりぞめ
ουσιαστικό
- 01 τεχνική βαφής με κόμπους (κουκουριζόμε)
括れ蔦 くびれづた
ουσιαστικό
- 01 κουμπιρεζούτα (Caulerpa lentillifera), πράσινο χαβιάρι
括弧書き かっこがき
ουσιαστικό
- 01 γραφή εντός παρενθέσεων, γραφή σε αγκύλες
括
- 01 δένω
- 02 δένω
- 03 συλλαμβάνω
- 04 συστέλλω