15 αποτελέσματα για «拭»
拭く ふく N3
ρήμα
- 01 σκουπίζω, στεγνώνω
拭う ぬぐう
ρήμα
- 01 σκουπίζω, σφουγγαρίζω
- 02 απαλλάσσομαι (από μια εντύπωση, ένα συναίσθημα, μια ατέλεια κ.λπ.), διώχνω, διαλύω (π.χ. τη ντροπή), σβήνω, αφαιρώ
拭き取る ふきとる
ρήμα
- 01 σκουπίζω, καθαρίζω σκουπίζοντας
拭い去る ぬぐいさる
ρήμα
- 01 ξεθωριάζω, καθαρίζω, απομακρύνω, εξαφανίζω, σβήνω
拭い取る ぬぐいとる
ρήμα
- 01 σκουπίζω, εξαλείφω, διαγράφω
拭き掃除 ふきそうじ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθαρισμός με σκούπισμα, καθάρισμα με πανί
拭き拭き ふきふき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σκούπισμα, στέγνωμα
拭き ふき
ουσιαστικό
- 01 καθαριστής, πανί, σβήστρα, ύφασμα
- 02 καθάρισμα, σκούπισμα, γυάλισμα
拭き込む ふきこむ
ρήμα
- 01 σκουπίζω σχολαστικά, γυαλίζω καλά
拭き消す ふきけす
ρήμα
- 01 σβήνω, απαλείφω
拭布 ふきのの
ουσιαστικό
- 01 πετσέτα πιάτων, πετσέτα κουζίνας
拭き落とす ふきおとす
ρήμα
- 01 σκουπίζω για να απομακρύνω (π.χ. βρωμιά), εξαλείφω με τρίψιμο
拭紙 ぬぐいがみ
ουσιαστικό
- 01 χαρτί καθαρισμού (ειδικά για σπαθιά)
拭浄 しょくじょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σκούπισμα και καθαρισμός, σκούπισμα και εξαγνισμός
拭
- 01 σκουπίζω
- 02 σφουγγαρίζω
- 03 σκουπίζω