32 αποτελέσματα για «控»

控える ひかえる N1

ρήμα

  1. 01 συγκρατούμαι, απέχω, είμαι εγκρατής, συγκρατώ τον εαυτό μου (από κάτι υπερβολικό)
  2. 02 κρατώ σημειώσεις, σημειώνω (π.χ. έναν αριθμό τηλεφώνου)
  3. 03 προετοιμάζομαι για, περιμένω
  4. 04 πλησιάζω, είμαι επικείμενος, διαγράφεται στον ορίζοντα
  5. 05 έχω στενή σχέση (π.χ. ως υποστηρικτής, χορηγός κ.λπ.)
控えめ ひかえめ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μέτριος, συγκρατημένος, σεμνός, μετριόφρων, εγκρατής, χαμηλών τόνων, συντηρητικός (εκτίμηση), διακριτικός, ανεπιτήδευτος
控え室 ひかえしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα αναμονής, προθάλαμος, ιδιαίτερο δωμάτιο αναμονής, καμαρίνι
控えめに言う ひかえめにいう

άλλο, ρήμα

  1. 01 μιλάω με αυτοσυγκράτηση, υποβαθμίζω, υποτιμώ τη σημασία κάποιου πράγματος, για να το θέσω μετριοπαθώς, τουλάχιστον
控え ひかえ

ουσιαστικό

  1. 01 απόθεμα, εφεδρεία
  2. 02 σημείωση, υπόμνημα
  3. 03 αντίγραφο, στέλεχος (εισιτηρίου κ.λπ.), αποδεικτικό
  4. 04 αναμονή της σειράς μου
控えの間 ひかえのま

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 προθάλαμος, αναμονή
控訴 こうそ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έφεση σε ανώτερο δικαστήριο, δευτεροβάθμια προσφυγή
控除 こうじょ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αφαίρεση, παρακράτηση (π.χ. φόρου)
控訴審 こうそしん

ουσιαστικό

  1. 01 δευτεροβάθμια δίκη, δίκη κατ' έφεση
控所 ひかえじょ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος αναμονής
控訴院 こうそいん

ουσιαστικό

  1. 01 εφετείο, δευτεροβάθμιο δικαστήριο
控え選手 ひかえせんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 αναπληρωματικός παίκτης, εφεδρικός παίκτης
控え帳 ひかえちょう

ουσιαστικό

  1. 01 σημειωματάριο
控えを取る ひかえをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κρατώ αντίγραφο
控訴人 こうそにん

ουσιαστικό

  1. 01 εκκαλών
控除額 こうじょがく

ουσιαστικό

  1. 01 ποσό που αφαιρείται, αφαίρεση, μείωση
控訴裁判所 こうそさいばんしょ

ουσιαστικό

  1. 01 εφετείο, δευτεροβάθμιο δικαστήριο
控訴棄却 こうそききゃく

ουσιαστικό

  1. 01 απόρριψη έφεσης
控え壁 ひかえかべ

ουσιαστικό

  1. 01 αντηρίδα
控制 こうせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγκράτηση, έλεγχος
  2. 02 περιορισμός, έλεγχος