85 αποτελέσματα για «推»

推測 すいそく N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εικασία, υπόθεση
推薦 すいせん N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύσταση, παραπομπή, έγκριση
推す おす

ρήμα

  1. 01 προτείνω, υποστηρίζω (π.χ. έναν υποψήφιο), προτείνω για αξίωμα, ενισχύω
  2. 02 συμπεραίνω (από), εξάγω το συμπέρασμα, αντιλαμβάνομαι, εικάζω, υποθέτω
  3. 03 στοχάζομαι βαθιά, εξετάζω διεξοδικά
推理 すいり N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λογική σκέψη, συλλογισμός, εξαγωγή συμπεράσματος, παραγωγή
  2. 02 είδος μυστηρίου, αστυνομικό είδος
推察 すいさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποθέτω, εικάζω, κάνω εικασίες
推定 すいてい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υπόθεση, εικασία
  2. 02 εκτίμηση, υπολογισμός
推奨 すいしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύσταση, προτροπή, υποστήριξη
推進 すいしん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόωση, προώθηση, κίνηση
  2. 02 προώθηση (πολιτικής, σχεδίου, κινήματος κ.λπ.), προαγωγή, ενίσχυση
推論 すいろん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπερασμός, παραγωγή, επαγωγή, αιτιολόγηση
推移 すいい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετάβαση, αλλαγή, πρόοδος, εξέλιξη, μετατόπιση
  2. 02 πέρασμα (του χρόνου)
推し量る おしはかる

ρήμα

  1. 01 μαντεύω, εικάζω, υποθέτω
推理小説 すいりしょうせつ

ουσιαστικό

  1. 01 αστυνομικό μυθιστόρημα, μυθιστόρημα μυστηρίου
推進力 すいしんりょく

ουσιαστικό

  1. 01 προωστική δύναμη, κινητήρια δύναμη
推挙 すいきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σύσταση (προσώπου για κάποια θέση), υποψηφιότητα
推力 すいりょく

ουσιαστικό

  1. 01 ώθηση, κινητήρια δύναμη, προώθηση
推薦状 すいせんじょう

ουσιαστικό

  1. 01 συστατική επιστολή, επιστολή πρόσκλησης, συστατικό σημείωμα
推量 すいりょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εικασία, υπόθεση, συμπερασμός
推参 すいさん

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο

  1. 01 απρόσκλητη επίσκεψη, αιφνίδια επίσκεψη χωρίς πρόσκληση
  2. 02 αυθάδης, θρασύς, αναιδής
推して知るべし おしてしるべし

άλλο

  1. 01 μπορεί να εννοηθεί εύκολα
推し おし

ουσιαστικό

  1. 01 υποστηρίζω, είμαι θαυμαστής κάποιου
  2. 02 αγαπημένος (μέλος μιας ομάδας ειδώλων, χαρακτήρας σε άνιμε, παίκτης σε μια ομάδα κ.λπ.)