11 αποτελέσματα για «揃»

揃う そろう N3

ρήμα

  1. 01 είμαι πλήρης, υπάρχουν όλα, ικανοποιούμαι (για προϋποθέσεις)
  2. 02 είμαι ίσος, είμαι ομοιόμορφος, ταιριάζω, συμφωνώ
  3. 03 συγκεντρώνομαι, συλλέγομαι, μαζεύομαι
揃える そろえる N3

ρήμα

  1. 01 συλλέγω, συγκεντρώνω, μαζεύω, ολοκληρώνω (μια συλλογή)
  2. 02 τακτοποιώ, βάζω σε τάξη, προετοιμάζω, ετοιμάζω
  3. 03 ομογενοποιώ, κάνω ομοιόμορφο, εξισώνω, ταιριάζω
揃い そろい N1

ουσιαστικό

  1. 01 σετ, κοστούμι, ομοιόμορφη συλλογή, ασορτί αντικείμενα
  2. 02 εξ ολοκλήρου, όλοι, ο καθένας, τίποτα άλλο παρά
揃いも揃って そろいもそろって

άλλο

  1. 01 όλοι ανεξαιρέτως, ο ένας μετά τον άλλον, όλοι μαζί σαν μια παρέα
揃い踏み そろいぶみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τελετουργικό χτύπημα των ποδιών στο ρινγκ
  2. 02 παράταξη, ταυτόχρονη εμφάνιση
揃って そろって

άλλο

  1. 01 όλοι μαζί, συνολικά, μαζικά, ομοιόμορφα
揃え方 そろえかた

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος στοίχισης, ταξινόμησης, κτλ.
揃わない そろわない

επίθετο

  1. 01 άνισος, ανομοιόμορφος, ελλιπής, μονός
揃え箸 そろえばし

ουσιαστικό

  1. 01 ευθυγράμμιση των ξυλάκια φαγητού χτυπώντας τα πάνω στο τραπέζι, σε ένα πιάτο κ.λπ. (παραβίαση των κανόνων ευγενείας)
揃え そろえ

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 στοίχιση, διάταξη
  2. 02 επιμετρητής για σετ
  1. 01 συμπληρώνομαι
  2. 02 ομοιόμορφος
  3. 03 συγκεντρώνωμαι