57 αποτελέσματα για «提»
提案 ていあん N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόταση, εισήγηση, σύσταση
提供 ていきょう N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 προσφέρω, παρέχω, προμηθεύω, διαθέτω, δωρίζω (αίμα, όργανα κ.λπ.)
- 02 χορηγώ (μια τηλεοπτική εκπομπή)
提出 ていしゅつ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρουσίαση (εγγράφων), υποβολή (αίτησης, έκθεσης κ.λπ.), προσκόμιση (π.χ. αποδεικτικών στοιχείων), κατάθεση (π.χ. νομοσχεδίου), αρχειοθέτηση, παράδοση
提示 ていじ N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρουσίαση (διαβατηρίου, ταυτότητας κ.λπ.), επίδειξη, προσκόμιση (π.χ. εγγράφων)
- 02 παρουσίαση (σχεδίου, απάντησης κ.λπ.), αναφορά, επίκληση (ενός παραδείγματος)
提げる さげる
ρήμα
- 01 κρατώ, παίρνω μαζί μου
- 02 κρεμώ (π.χ. από τον ώμο ή τη μέση)
提灯 ちょうちん
ουσιαστικό
- 01 χάρτινο φανάρι, κινεζικό φανάρι, ιαπωνικό φανάρι
- 02 φούσκα από μύξα
提灯 ていとう
ουσιαστικό
- 01 χάρτινο φανάρι, κινεζικό φανάρι, ιαπωνικό φανάρι
提唱 ていしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υποστήριξη, πρόταση
提言 ていげん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόταση, εισήγηση, σύσταση
提督 ていとく
ουσιαστικό
- 01 ναύαρχος, κομόδωρος
提携 ていけい N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συνεργασία, σύμπραξη, κοινή επιχείρηση, εταιρική σχέση, συμμαχία, χορηγία
提 ひさげ
ουσιαστικό
- 01 τελετουργική κανάτα για σάκε με στόμιο και ημικυκλική λαβή
提供者 ていきょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 δωρητής, συνεισφέρων, πάροχος
提起 ていき
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θέτω (ερώτημα), εγείρω (πρόβλημα), ανακινώ (ζήτημα), παρουσιάζω
- 02 ασκώ (αγωγή), καταθέτω (αίτηση), υποβάλλω (υπόθεση)
- 03 σηκώνω ψηλά, αίρω
提議 ていぎ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πρόταση, εισήγηση
提案書 ていあんしょ
ουσιαστικό
- 01 έγγραφη πρόταση
提案者 ていあんしゃ
ουσιαστικό
- 01 προτείνων, εισηγητής
提訴 ていそ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 άσκηση αγωγής, κατάθεση μήνυσης
提出期限 ていしゅつきげん
ουσιαστικό
- 01 προθεσμία υποβολής
提出物 ていしゅつぶつ
ουσιαστικό
- 01 έγγραφα προς παρουσίαση, εργασία προς υποβολή, υποβληθέν έγγραφο, υποβληθείσα εργασία