11 αποτελέσματα για «搾»

搾り取る しぼりとる

ρήμα

  1. 01 εκμεταλλεύομαι, εκβιάζω, στριμώχνω (κάποιον)
  2. 02 στύβω (π.χ. λάδι, χυμό), στίβω, πιέζω για να βγει
搾取 さくしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκμετάλλευση, εξάντληση των πόρων
  2. 02 άρμεγμα (π.χ. μιας θηλής αγελάδας), εξαγωγή (υγρού) μέσω πίεσης
搾乳 さくにゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άρμεγμα (αγελάδας, κατσίκας κ.λπ.)
  2. 02 άντληση μητρικού γάλακτος
搾油 さくゆ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξαγωγή ελαίου (εκθλιπτική)
搾取階級 さくしゅかいきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 εκμεταλλευτική τάξη, εκμεταλλευτικές τάξεις
搾菜 ザーサイ

ουσιαστικό

  1. 01 τουρσί Σετσουάν, λαχανικά Σετσουάν, ζάσαϊ, τουρσί από μίσχο φυτού μουστάρδας
搾取工場 さくしゅこうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εργοστάσιο εκμετάλλευσης
搾乳場 さくにゅうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 γαλακτοκομική φάρμα, γαλακτοκομείο
搾精 さくせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άρμεγμα σπέρματος, εξαγωγή σπέρματος
搾母乳 さくぼにゅう

ουσιαστικό

  1. 01 άντληση μητρικού γάλακτος
  1. 01 στύβω