10 αποτελέσματα για «撒»

撒く まく N3

ρήμα

  1. 01 διασκορπίζω, πασπαλίζω
  2. 02 διανέω, μοιράζω (φυλλάδια κ.λπ.)
  3. 03 αποτινάσσω, ξεφορτώνομαι, ξεγλιστρώ (από κάποιον που με καταδιώκει)
撒き散らす まきちらす

ρήμα

  1. 01 σκορπίζω, διασπείρω
撒き餌 まきえ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διασκορπισμένη τροφή ζώων, δόλωμα για προσέλκυση ψαριών
撒き菱 まきびし

ουσιαστικό

  1. 01 μακιμπίσι (ακανθωτή διάταξη που διασκορπίζεται για τον τραυματισμό πεζικού και ίππων)
撒き水 まきみず

ουσιαστικό

  1. 01 ράντισμα με νερό (στο έδαφος), ραντισμένο νερό
撒哈拉 サハラ

ουσιαστικό

  1. 01 Σαχάρα
撒布剤 さっぷざい

ουσιαστικό

  1. 01 σκόνη για διασπορά
撒爾沙 さるさ

ουσιαστικό

  1. 01 σαρσαπαρίλλα (Smilax regelii), σάρσα
撒奇莱雅 サキザヤ

ουσιαστικό

  1. 01 Σακιζάγια (λαός)
  1. 01 σκορπίζω
  2. 02 ραντίζω, πασπαλίζω
  3. 03 ξεφεύγω, διαφεύγω, ξεγλιστρώ