7 αποτελέσματα για «撤»

撤退 てったい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκκένωση, απόσυρση, ανάκληση, κατάργηση, υποχώρηση
撤回 てっかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόσυρση, ανάκληση, κατάργηση, υπαναχώρηση
撤収 てっしゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομάκρυνση (ενός κτιρίου, εξοπλισμού κ.λπ.), αποσυναρμολόγηση (π.χ. μιας σκηνής), ξήλωμα (ενός σκηνικού, κατασκήνωσης κ.λπ.)
  2. 02 αποχώρηση (στρατευμάτων), απόσυρση, εκκένωση, υποχώρηση
撤去 てっきょ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απομάκρυνση, αφαίρεση, διάλυση (κτιρίου, εγκαταστάσεων κ.λπ.), αποχώρηση (στρατευμάτων)
撤廃 てっぱい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακύρωση, κατάργηση, αναίρεση, διάλυση
撤兵 てっぺい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχώρηση στρατευμάτων
  1. 01 αφαιρώ, απομακρύνω
  2. 02 αποσύρω, ανακαλώ
  3. 03 αφοπλίζω
  4. 04 διαλύω, αποσυναρμολογώ
  5. 05 απορρίπτω
  6. 06 αποκλείω