33 αποτελέσματα για «擦»

擦る する N3

ρήμα

  1. 01 τρίβω, ερεθίζω, ανάβω (σπίρτο), λιμάρω, θαμπώνω (γυαλί)
  2. 02 σπαταλώ (χρήματα), κατασπαταλώ (περιουσία), χάνω χρήματα (π.χ. στον τζόγο)
擦る こする N2

ρήμα

  1. 01 τρίβω, σφουγγίζω, ξύνω
  2. 02 επαναλαμβάνω συχνά (ένα αστείο, ένα θέμα συζήτησης κ.λπ.), εξαντλώ, εκμεταλλεύομαι κάτι μέχρι τέλους
  3. 03 πατάω επανειλημμένα (ένα κουμπί), κάνω spam (μια κίνηση)
擦れる すれる N1

ρήμα

  1. 01 τρίβω, ερεθίζω
  2. 02 φθείρω, λιώνω
  3. 03 χάνω την αθωότητά μου, γίνομαι πονηρός
擦り付ける なすりつける

ρήμα

  1. 01 τρίβω πάνω σε κάποιον ή κάτι, αλείφω, επαλείφω
  2. 02 επιρρίπτω (την ευθύνη σε κάποιον), μεταθέτω
擦り付ける こすりつける

ρήμα

  1. 01 πιέζω πάνω σε κάτι, σπρώχνω ενάντια σε κάτι, τρίβομαι πάνω σε κάτι (π.χ. ένας σκύλος που ακουμπά τη μουσούδα του σε κάποιον)
  2. 02 τρίβω (κάτι) πάνω σε κάτι, αλείφω, λερώνω με, επαλείφω
  3. 03 ανάβω (σπίρτο) τρίβοντάς το
擦れ擦れ すれすれ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ξύσιμο, παραλίγο άγγιγμα, πέρασμα σε απόσταση αναπνοής, οριακή επαφή
  2. 02 οριακά, μόλις, παρά τρίχα, με μικρή διαφορά
擦り傷 すりきず

ουσιαστικό

  1. 01 εκδορά, γδάρσιμο
擦り切れる すりきれる

ρήμα

  1. 01 φθείρομαι, παλιώνω
擦り寄る すりよる

ρήμα

  1. 01 πλησιάζω, έρχομαι πιο κοντά, ακουμπώ τρυφερά πάνω σε κάποιον, φωλιάζω δίπλα σε κάποιον, αγκαλιάζομαι
擦れ合う すれあう

ρήμα

  1. 01 τρίβομαι πάνω σε κάτι, φθείρομαι από την τριβή
  2. 02 διαπληκτίζομαι, συνωστίζομαι
擦りむく すりむく

ρήμα

  1. 01 γδέρνω (το γόνατό μου), εκδορώ, γρατζουνίζω
擦る なする

ρήμα

  1. 01 αλείφω, επαλείφω, επιχρίω
  2. 02 ρίχνω το φταίξιμο σε κάποιον, μεταθέτω την ευθύνη
擦過 さっか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκδορά, γδάρσιμο, ξύσιμο, τριβή
擦過傷 さっかしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εκδορά, γρατζουνιά, αμυχή
擦れ すれ

ουσιαστικό

  1. 01 εκδορά, ερεθισμός, γδάρσιμο, χαράκιά, σημάδι, τρίψιμο, τριβή, φουσκάλα
擦り合い なすりあい

ουσιαστικό

  1. 01 αλληλοκατηγορία
擦り切る すりきる

ρήμα

  1. 01 κόβω με τριβή, φθείρω με το τρίψιμο
  2. 02 ξοδεύω τα πάντα (όλα μου τα χρήματα)
擦り剥ける すりむける

ρήμα

  1. 01 εκδορώ
擦傷 さっしょう

ουσιαστικό

  1. 01 εκδορά, γδάρσιμο
擦り半 すりばん

ουσιαστικό

  1. 01 συνεχής ήχος πυρανίχνευσης που προειδοποιεί ότι η φωτιά βρίσκεται εξαιρετικά κοντά
  2. 02 ο ήχος που παράγεται από αυτόν τον συναγερμό