96 αποτελέσματα για «救»

救う すくう N3

ρήμα

  1. 01 διασώζω, σώζω, βοηθώ (από δύσκολη κατάσταση), ανακουφίζω, απαλλάσσω
  2. 02 σώζω (πνευματικά), λυτρώνω (από την αμαρτία), απαλλάσσω (από πόνο, αγωνία κ.λπ.), οδηγώ στη σωτηρία
救い すくい N1

ουσιαστικό

  1. 01 βοήθεια, διάσωση, αρωγή, ανακούφιση
  2. 02 σωτηρία, παρηγοριά, πηγή παρηγοριάς, σωτήρια χάρη
  3. 03 σωτηρία (θρησκευτική), χάρη (χριστιανική)
救出 きゅうしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάσωση, απεγκλωβισμός, ανάκτηση, απελευθέρωση, λύτρωση
救急車 きゅうきゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 ασθενοφόρο
救い出す すくいだす

ρήμα

  1. 01 διασώζω, απελευθερώνω
救助 きゅうじょ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βοήθεια, συνδρομή, διάσωση
救済 きゅうさい N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανακούφιση, βοήθεια, διάσωση
  2. 02 σωτηρία (θρησκευτική), χάρη (χριστιανική)
救済 くさい

ουσιαστικό

  1. 01 σωτηρία (από τα δεινά με βάση τη διδασκαλία του Βούδα)
救世主 きゅうせいしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 σωτήρας, λυτρωτής, μεσσίας
  2. 02 Μεσσίας, Ιησούς Χριστός
救援 きゅうえん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βοήθεια, διάσωση
救いの手 すくいのて

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 χείρα βοηθείας, βοήθεια, στήριξη, αρωγή
救急 きゅうきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 πρώτες βοήθειες, επείγουσα βοήθεια
救護 きゅうご

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βοήθεια, αρωγή
救世 きゅうせい

ουσιαστικό

  1. 01 σωτηρία (του κόσμου), σώσιμο του κόσμου
救急箱 きゅうきゅうばこ

ουσιαστικό

  1. 01 φαρμακείο πρώτων βοηθειών
救いようのない すくいようのない

άλλο, επίθετο

  1. 01 απελπιστικός, αδιόρθωτος
救命 きゅうめい

ουσιαστικό

  1. 01 σωτήριος
救急隊員 きゅうきゅうたいいん

ουσιαστικό

  1. 01 διασώστης, μέλος ομάδας διάσωσης έκτακτης ανάγκης, πλήρωμα ασθενοφόρου, παραϊατρικό προσωπικό
救国 きゅうこく

ουσιαστικό

  1. 01 σωτηρία της πατρίδας
救いようがない すくいようがない

άλλο, επίθετο

  1. 01 αθεράπευτος, ανεπανόρθωτος