60 αποτελέσματα για «斜»

斜め ななめ N2

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 λοξός, επικλινής, διαγώνιος, πλάγιος
  2. 02 διαστρεβλωμένος (για συναίσθημα ή άποψη), άσχημος (για διάθεση), στραβός, που δεν πάει καλά
斜面 しゃめん N1

ουσιαστικό

  1. 01 πλαγιά, κεκλιμένη επιφάνεια, λοξότμηση
斜め上 ななめうえ

ουσιαστικό

  1. 01 διαγώνια προς τα πάνω
  2. 02 προς μια εντελώς απρόσμενη κατεύθυνση (αναφορικά με εξέλιξη ιστορίας, αποτέλεσμα κ.λπ.)
はす N2

ουσιαστικό

  1. 01 διαγώνιος
斜に構える しゃにかまえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 κρατώ το σπαθί σε πλάγια στάση
  2. 02 βλέπω κυνικά, αντιμετωπίζω ειρωνικά
  3. 03 προετοιμάζομαι για δράση, υιοθετώ τυπική στάση
斜陽 しゃよう

ουσιαστικό

  1. 01 δύων ήλιος
  2. 02 παρακμή (π.χ. μιας βιομηχανίας)
斜線 しゃせん

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια γραμμή, κάθετος
斜め読み ななめよみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιφανειακή ανάγνωση, γρήγορη ανάγνωση
  2. 02 διαγώνια ανάγνωση κειμένου (για την αποκάλυψη κρυμμένης λέξης ή μηνύματος)
斜めに ななめに

επίρρημα

  1. 01 διαγώνια, λοξά, πλαγίως, υπό κλίση
斜視 しゃし

ουσιαστικό

  1. 01 στραβισμός
斜光 しゃこう

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγιες αχτίδες φωτός
斜辺 しゃへん

ουσιαστικό

  1. 01 υποτείνουσα, πλάγια γραμμή
斜筋 しゃきん

ουσιαστικό

  1. 01 λοξός μυς
斜塔 しゃとう

ουσιαστικό

  1. 01 κεκλιμένος πύργος
斜角 しゃかく

ουσιαστικό

  1. 01 λοξή γωνία, λοξότμηση, κεκλιμένη ακμή
斜交い はすかい

ουσιαστικό

  1. 01 λοξός, πλάγιος, διαγώνιος, στραβός, διαγώνια απέναντι
斜陽産業 しゃようさんぎょう

ουσιαστικό

  1. 01 φθίνων κλάδος, παρακμάζουσα βιομηχανία
斜めならず ななめならず

άλλο

  1. 01 ασυνήθιστα, εξαιρετικά, πέρα από το συνηθισμένο
斜体 しゃたい

ουσιαστικό

  1. 01 πλάγια γραφή, πλάγια στοιχεία
  2. 02 σώμα με μη μεταθετική πολλαπλασιαστική πράξη (skew field)
斜交 しゃこう

ουσιαστικό

  1. 01 λοξός, πλάγιος