119 αποτελέσματα για «断»

断る ことわる N3

ρήμα

  1. 01 αρνούμαι, απορρίπτω
  2. 02 ενημερώνω, ειδοποιώ, ζητώ εκ των προτέρων (για να λάβω έγκριση), παίρνω άδεια
  3. 03 ζητώ άδεια, δικαιολογούμαι (για να απουσιάσω)
断言 だんげん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ισχυρισμός, δήλωση, διαβεβαίωση, επιβεβαίωση
断つ たつ N3

ρήμα

  1. 01 κόβω, διακόπτω, αποκόπτω
  2. 02 καταστέλλω, εξαλείφω, ξεριζώνω, εξοντώνω
  3. 03 απέχω (από), σταματώ, εγκαταλείπω
断ち切る たちきる

ρήμα

  1. 01 κόβω (ύφασμα, χαρτί κ.λπ.), αποκόπτω
  2. 02 κόβω δεσμούς, διακόπτω σχέσεις, εγκαταλείπω (δεσμό, συνήθεια κ.λπ.), σταματώ (π.χ. έναν φαύλο κύκλο)
  3. 03 κόβω (μια οδό ανεφοδιασμού, την υποχώρηση του εχθρού κ.λπ.), μπλοκάρω, διαλύω (π.χ. ένα δίκτυο πληροφοριών)
断じて だんじて

επίρρημα

  1. 01 απολύτως, κατηγορηματικά, αποφασιστικά
断定 だんてい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπέρασμα, απόφαση, κρίση, δήλωση
  2. 02 καταφατικός
断固 だんこ

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αμετάκλητος, αποφασιστικός, σταθερός, οριστικός
断罪 だんざい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταδίκη (για έγκλημα), καταλογισμός ευθύνης, αποδοκιμασία
  2. 02 αποκεφαλισμός
断末魔 だんまつま

ουσιαστικό

  1. 01 τελευταίες στιγμές, η ώρα του θανάτου, οι θανατικές σπασμοί, η αγωνία του θανάτου
断然 だんぜん N1

επίρρημα, άλλο

  1. 01 σταθερά, κατηγορηματικά, αποφασιστικά, ακράδαντα
  2. 02 οπωσδήποτε (λάθος, διαφορετικό, κ.λπ.), απολύτως
  3. 03 κατά πολύ, μακράν, αναμφισβήτητα
断じる だんじる

ρήμα

  1. 01 συμπεραίνω, αποφασίζω, καθορίζω
  2. 02 κρίνω
断念 だんねん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εγκατάλειψη (ελπίδας, σχεδίων), παραίτηση
断片 だんぺん

ουσιαστικό

  1. 01 θραύσμα, κομμάτι, απόκομμα
断片的 だんぺんてき

επίθετο

  1. 01 αποσπασματικός
断続的 だんぞくてき

επίθετο

  1. 01 διακοπτόμενος, σποραδικός
断絶 だんぜつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξάλειψη (π.χ. μιας οικογένειας), αφανισμός, διακοπή
  2. 02 διακοπή (π.χ. σχέσεων), ρήξη, διακοπή επαφών, χάσμα (γενεών)
だん

ουσιαστικό

  1. 01 απόφαση, κρίση, αποφασιστικότητα
断面 だんめん N1

ουσιαστικό

  1. 01 τομή, διατομή, προφίλ
断り ことわり

ουσιαστικό

  1. 01 ειδοποίηση, προειδοποίηση
  2. 02 άδεια, συγκατάθεση
  3. 03 απόρριψη, άρνηση
  4. 04 δικαιολογία, πρόφαση
断崖 だんがい

ουσιαστικό

  1. 01 απόκρημνος βράχος, γκρεμός